Friday, February 29, 2008

Ανδρέας Αγγελιδάκης-Όταν ο χώρος ονειρεύεται...
Andreas Angelidakis-When space dreams...

Πρωτοπόρος αρχιτέκτονας, καλλιτέχνης χώρου και πειραματιστής της vitual αρχιτεκτονικής, ο Αντρέας Αγγελιδάκης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Από το 1994 όταν εξέθετε στο Magasin της Grenoble δίπλα στον γνωστό Ilya Kabakov την δεύτερη πόλη του, αποτυπώνοντας σε κατασκευές και κολάζ τις άναρχες ερειπωμένες προσόψεις των δυτικών προαστίων της Αθήνας, άφησε την υπογραφή του. Απλό ύφος, ξεκάθαρη γραφή, ρομαντισμός κι ευστροφία.
Επτά χρόνια μετά απο αρκετές πρωτοποριακές μελέτες, συνεργάστηκε με τον Μίλτο Μανέτα γιά τον δικτυακό τόπο Chelsea και παρουσίασε στην γκαλερί Breeder τρία εικονικά περιβάλλοντα.Το Mirrorsite,το Neen World και το Μελλοντικό Παρίσι.
Το 3D video Mirrorsite, έδειχνε αιωρούμενους καθρέφτες να αποκολλούνται ή να συγκολλούνται σε ιδεατά κτίρια μιάς διάφανης πόλης. Όλα κινούνταν σ’ ένα λυρικό, αφαιρετικό τοπίο εξαΰλωσης, σ’ έναν ατέρμονο αργό χορό, δίχως βαρύτητα. Γαλήνη, άπλετοι χώροι και μιά κρυστάλλινη καθαρότητα κυριαρχούσαν..
Το βλέμμα του καλλιτέχνη (η νοητή κάμερα) γύριζε νωχελικά σε συνεχή περιστροφή παρακολουθώντας την διαρκή σύνθεση κι αποσύνθεση του χώρου. Ενός χώρου που αναλυόταν ολογραφικά ενώ οι αντανακλάσεις του καθρέφτη δημιουργούσαν αμέτρητες εκδοχές..

Η άυλη, πλασματική εικόνα του υπολογιστή αποδεικνύεται προκλητική για τον Αγγελιδάκη. Γιατί τα νέα δεδομένα της ψευδαισθησιακής εικόνας και της έλλειψης βαρύτητας βρίσκονται στόν αντίποδα της κλασσικής αρχιτεκτονικής που λειτουργεί σε πραγματικό χώρο. Κι όμως, ο χώρος που δημιουργεί στα εικονικά του τοπία είναι ακριβώς ανακουφιστικός γιατί αποστασιοποιείται απο τις σκληρές, τεχνοκρατικές εικόνες που μας έχει συνηθίσει η cyber αρχιτεκτονική . Γιατί ο Αγγελιδάκης δεν καταφεύγει στα πρότυπα του υπολογιστή όταν σχεδιάζει «πραγματικά» κτίρια. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο δηλώνει, πώς θεωρεί την εικονική πραγματικότητα παράλληλη με την «αυθεντική»..
Η σχέση αυτή φαίνεται καθαρά και στο Neen World .Εκεί έπρεπε να στεγάσει εικονικά τους καλλιτέχνες του «ρεύματος neen» που συμμετείχαν στο site.Το αποτέλεσμα ήταν μακέτες απο studio καλλιτεχνών σε τρισδιάστατες εκτυπώσεις με την μέθοδο της στερεολιθογραφίας κάτι που παρουσιάζει και στην τρέχουσα έκθεση. Η σχεδίαση γίνεται στον υπολογιστή κι ο εκτυπωτής «ξεγεννάει» τρισδιάστατα γλυπτά!

Η αρχιτεκτονική του Αγγελιδάκη δεν παράγει σφοδρές, «βίαιες» εικόνες όπως εκείνες του Frank. Gehry, ή υπεροπτικά, περίκλειστα πλέγματα όπως του Calatrava που ανήκουν ουσιαστικά στον αιώνα που έκλεισε. Βρίσκεται πιο κοντά στην νέα, slow αρχιτεκτονική, που προτιμά τις φιλικές προς τον χρήστη διαπερατές κατασκευές, γεμάτες φως, με μια γλυπτική δομή που στηρίζεται σε patterns.. Τα έργα αυτά εμπνέονται από διάφορα ρεύματα τέχνης αλλά κι από την φύση, λειτουργώντας συμφιλιωτικά με το περιβάλλον. Δεν είναι αρχιτεκτονική που «επιβάλλεται» με μια αναχρονιστική μνημειακότητα. Είναι μια επιστροφή σε μικρότερες κλίμακες, με μια άλλη φιλοσοφία χώρου. Ενδεικτικό είναι το «συννεφόσπιτό του» που συνδυάζει την ζεστή νοσταλγία του ερειπωμένου με την χαρούμενη διάθεση του καρτούν, τo μεταφυσικό «Blue wave hotel» κι αρκετά άλλα. Μια παιγνιώδης διάθεση έρχεται να συμπληρώσει αυτήν την αρχιτεκτονική της αμεσότητας που γοητεύει τον θεατή.

Στην πλέον ώριμη περίοδό του, ο Αγγελιδάκης, καθηγητής πλέον στην Αρχιτεκτονική της Πάτρας, μας μιλάει στο video που ακολουθεί για τις αντιλήψεις του πάνω στην τέχνη της αρχιτεκτονικής, για τα project και τις προτιμήσεις του, την κατάσταση της Αθήνας και τις πιθανές παρεμβάσεις, την τέχνη στον δημόσιο χώρο, την νέα φιλοσοφία δόμησης, παλιούς, νέους αρχιτέκτονες και πολλά άλλα.
Βασιλίκα Σαριλάκη

video

Friday, February 22, 2008

Στέφανος Τσιβόπουλος- Η Συνέντευξη
Stefanos Tsivopoulos - The Interview

Συζήτηση μέσω e-mail με τον Στέφανο Τσιβόπουλο για τις 'Προφορικές Ιστορίες' του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Από τη Δέσποινα Ζευκιλή.















Στέφανε, ποια ήταν η αφετηρία του καινούργιου project 'Η Συνέντευξη' με το οποίο συμμετέχεις στην έκθεση Σε Ενεστώτα Χρόνο; Τι σε έκανε να ασχοληθείς με τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία;

Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας αποτελεί ένα ορόσημο της σύγχρονης ιστορίας των Βαλκανίων και της Ευρώπης αλλά ο τρόπος με τον οποίο έχει καλυφθεί από τα media αποτελεί το πιο κατάλληλο παράδειγμα για το πως η εικονοποίηση της ιστορίας και της πραγματικότητας μπορεί να ερμηνευθεί και να παρερμηνευθεί την ίδια στιγμή. Στόχος του project είναι να προσεγγίσει τον τρόπο με τον οποίο ως θεατές διαβάζουμε και εισπράττουμε την πληροφορία που είναι κρυμμένη μέσα στην εικόνα.

Σε ποιο βαθμό έστησες αυτές τις συνεντεύξεις για να αποδομήσεις και να μελετήσεις την έννοια της συνέντευξης ως σύστημα αυτής καθαυτής;

Στο πρώτο βίντεο παρακολουθούμε την συνέντευξη που δίνει ένας βετεράνος του πολέμου σε κάποιο δημοσιογράφο. Ποιο είναι το γεγονός που μας κάνει να πιστεύουμε ότι αυτή η συνέντευξη δεν είναι στημένη; Προσωπικά δεν το γνωρίζω, αλλά οι περισσότεροι θεατές που είδαν το έργο θεωρούν ενστικτωδώς ότι πρόκειται για μια ''αληθινή συνέντευξη''.
Θεωρώ ότι η συνέντευξη είναι ένα κατασκευασμένο γεγονός τόσο όσο και το μυθοπλαστικό βίντεο. Οι ερωτήσεις, η επιλογή του χώρου, η θέση της κάμερας και εν τέλει το μοντάζ λειτουργούν με τέτοιο τόπο που το τελικό προϊόν πρέπει να εξυπηρετεί τις προθέσεις του δημιουργού, δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση του ανταποκριτή του BBC και δευτερευόντως την πραγματικότητα. Ο στόχος του δημοσιογράφου είναι να αναδείξει μια ιστορία, να περάσει συγκεκριμένες πληροφορίες και μηνύματα, να πείσει για το ότι είναι μια σημαντική εξομολόγηση για τον πόλεμο. Κι όλα αυτά μέσα στα πλαίσια και τις αρχές ενός οργανισμού όπως το BBC.
Υπάρχει μια τελική εκδοχή λοιπόν, που είναι αποτέλεσμα μιας επιλογής εικόνων και μηνυμάτων, και οφείλεται καθαρά στις υποκειμενικές προθέσεις του δημοσιογράφου. Σε αντιδιαστολή με αυτό το (ας το ονομάσουμε) documentary, που είναι προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας, βρίσκεται η παρουσίαση μιας μικρού μήκους μυθοπλαστικής ταινίας, η οποία βασίζεται στο διασκευασμένο σενάριο του documentary.
Σε αυτό το δεύτερο μέρος η συνέντευξη γίνεται το ίδιο το θέμα της ταινίας καθώς η κινηματογράφηση του γεγονότος περιλαμβάνει μέσα στο τελικό 'κάδρο' τους δύο επιπλέον συντελεστές (cameraman και διερμηνέα) που δεν φαίνονται ποτέ στην πρώτη συνέντευξη.
Αυτή από μόνη της η χρήση της κάμερας είναι σαν να παίρνει το μέρος ενός ενεργού θεατή που βρίσκεται μέσα στην ίδια τη συνέντευξη. Σαν να λέμε ένα πέμπτο άτομο. Έτσι ο θεατής μπορεί να μπει μέσα στη ροή της συνέντευξης και στον ίδιο το χώρο και να κοιτάζει από διαφορετικές γωνίες. Αποδομώντας το στερεότυπο της επίπεδης καταγραφής και της ευθύγραμμης κινηματογράφησης και αφήγησης προσπαθεί να 'δει' περισσότερο τις φιγούρες σε σχέση με το χώρο τους, τα πρόσωπα το ένα δίπλα στο άλλο, τις εκφράσεις σε ανύποπτες στιγμές, την 'εικόνα' της ίδιας της συνέντευξης παρά αυτή καθαυτή την πληροφορία της συνέντευξης.
Δίνοντας στο θεατή τη δυνατότητα να διαβάσει το σύστημα της συνέντευξης όπως αυτός θέλει. Ενδεχομένως αισθητικά, εικονικά, αλλά και πιο υποκειμενικά προς όλα τα επίπεδα αυτού του κλειστού συστήματος.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο ερευνά τη σχέση μεταξύ των τεσσάρων συντελεστών, με ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση του Άγγλου δημοσιογράφου με τον ντόπιο βετεράνο και την μεταφράστρια, όπου όλο αυτό λειτουργεί ως μια 'μεταφορά' για τη δυσκολία της επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών πολιτικών, πολιτισμικών, κοινωνικών συστημάτων. Αυτή η προσέγγιση μας ωθεί ακόμη ένα βήμα πιο μέσα στη λειτουργία της συνέντευξης και ταυτόχρονα μας δίνει τη δυνατότητα της εποπτείας της ως ενός συστήματος παρά ως ενός απλού μυθοπλαστικού γεγονότος.

Πόσο σε εξέπληξε το ''τελικό αποτέλεσμα''; Τι περίμενες ξεκινώντας και τι προέκυψε τελικά μέσα από τη διαδικασία του στησίματος και του επαναστησίματος της συνέντευξης;

Έχω σταθεί ιδιαίτερα στο γεγονός τις συγκινησιακής φόρτισης που προκαλεί το πρώτο μέρος με την εξομολογητική συνέντευξη του βετεράνου. Ο δημοσιογράφος στο τελικό μοντάζ που έκανε προσπαθούσε επιμελώς να αποφύγει κομμάτια της συνέντευξης όπου υπάρχει έντονη συγκινησιακή φόρτιση καθώς κάτι τέτοιο είναι ενάντια στις αρχές της 'αντικειμενικής δημοσιογραφίας'.
Επίσης ο τρόπος κινηματογράφησης παρόλο που είναι τόσο επίπεδος και στατικός δημιουργεί ένα ανθρώπινο πορτρέτο με τρομερό συγκινησιακό βάθος. Αυτό είναι κάτι που θα περίμενα να το δω περισσότερο στο δεύτερο μέρος του έργου, όπου με τους ηθοποιούς και τη μυθοπλασία οι δυνατότητες χειραγώγησης του συναισθήματος είναι πολύ πιο μεγάλες και χωρίς περιορισμούς, πράγμα όμως που τελικά δεν συνέβη.
Παρόλη τη δυνατότητα κατασκευής και ερμηνείας συναισθημάτων ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα βετεράνο αποστασιοποιημένο από τα συναισθήματα και τις μνήμες του πολέμου, και αυτό το κάνει συνειδητά!
Ενώ λοιπόν περίμενα ένα μυθοπλαστικό βίντεο γεμάτο συγκινησιακά στοιχεία και 'υποκειμενικές αλήθειες' σε αντίθεση με μια υπολογιστική ως ψυχρή δημοσιογραφική συνέντευξη συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Αυτό με εξέπληξε θετικά στην όλη διαδικασία καθώς δημιουργεί μια εσωτερική ισορροπία αλλά και αλληλεπίδραση στη σχέση των δύο βίντεο που απηχεί τις πρωταρχικές μου προθέσεις αλλά με έναν καινούργιο, τελείως απροσδόκητο τρόπο.

Σκέφτηκες ποτέ να δείξεις μόνο το τελικό βίντεο; Τι σε ενδιαφέρει στη συνύπαρξη των δύο αυτών βίντεο;

Όπως και η ζωγραφική του 17ου αιώνα είχε ένα περίπλοκο και εξειδικευμένο σύνολο κανόνων και όσοι κοιτούσαν αυτές τις εικόνες καταλάβαιναν κάθε σύμβολο και το τι συμβόλιζε έτσι και τώρα θεωρώ ότι υπάρχει μια πολυπλοκότητα γύρω από τον τρόπο άρθρωσης της εικόνας και της ποικιλίας των πληροφοριών που μας μεταφέρει.
Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του θεατή είναι κρίσιμος καθώς το νόημα που αποκομίζει από το έργο είναι μια προσωπική υπόθεση, μια διαδικασία σύνθεσης και συγχρόνως αποκρυπτογράφησης των μηνυμάτων της εικόνας.
Με την παράθεση των δύο βίντεο με ενδιαφέρει ακριβώς να υπογραμμίσω τη σημασία του ρόλου του θεατή.
Θέλω να αντιμετωπίσω το θεατή όχι ως έναν απλό δέκτη, αλλά ως έναν ενεργό παρατηρητή. Ο ρόλος του αναπτύσσεται κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο βίντεο, ανάμεσα στις δύο διαφορετικές αίθουσες προβολής, ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς τρόπους κινηματογράφησης, ανάμεσα στην αίσθηση της επανάληψης αλλά και της απόκλισης του ενός βίντεο από το άλλο, ανάμεσα στην ομοιότητα και τον παραλληλισμό, ανάμεσα στην αίσθηση του αληθινού και του μυθοπλαστικού.
Το έργο προτείνει μια νοηματικά διαδραστική συμμετοχή του θεατή. Αυτή η συμμετοχική διαδικασία εξελίσσεται μέσα από μια σειρά ερωτημάτων και επιλογών που ο θεατής καλείται να κάνει για τον ίδιο του τον εαυτό. Καλείται να αποφασίσει για τη σχέση που θέλει να έχει με αυτά τα δύο βίντεο και με την ποιότητα της πληροφορίας που λαμβάνει και αυτό ορίζει κατά πολύ και το νόημα του έργου.

Τι αποκόμισες από την κατά πρόσωπο επαφή σου με την πραγματικότητα στη Σερβία; Σε ποιο βαθμό το έργο αυτό σε έκανε να σκεφτείς πάνω στην ταυτότητά σου;

Έμεινα στο Βελιγράδι για ενάμιση μήνα πηγαίνοντας χωρίς να έχω σχεδόν την παραμικρή επαφή και χωρίς να γνωρίζω τι θα αντιμετωπίσω. Η τύχη και το γεγονός ότι είμαι Έλληνας με βοήθησε να βρω γρήγορα τους ανθρώπους που χρειαζόμουν. Το project από μόνο του ήταν πολύ απαιτητικό καθώς έπρεπε να δουλέψω με δύο διαφορετικά συνεργεία παραγωγής εξαρχής. Εδώ όμως έπαιξε ρόλο το βαλκανικό ταμπεραμέντο και η πραγματική αφοσίωση των στενών συνεργατών μου που βοήθησαν στο να υλοποιηθεί το έργο σε υψηλό επίπεδο παραγωγής.
Η Σερβία πολιτικά και κοινωνικά είναι σε ένα μεταβατικό στάδιο έπειτα από πολύχρονη απομόνωση από την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο (νομίζω ότι μόνο στη Ρωσία μπορούνε να ταξιδέψουν χωρίς να χρειάζονται βίζα) και μεταξύ των δύο αντιφατικών πολιτικών πεποιθήσεων: από τη μία της φιλοευρωπαϊκής και από την άλλη της εθνικιστικής.
Αναζητούν μια εθνική ταυτότητα μετά από 50 χρόνια κομμουνισμού ή καλύτερα σοσιαλισμού (τύπου Τίτο) όπως λένε και οι ίδιοι, και δεν έχουν κάτι έτοιμο προς χρήση όπως για παράδειγμα είχαν τον καθολικισμό οι Πολωνοί. Όλο αυτό από τη μεριά έχει πολύ ενδιαφέρον ειδικά στο κομμάτι του πολιτισμού γιατί ακριβώς εκεί γίνονται όλες αυτές οι συζητήσεις και προσπάθειες ερμηνείας του τι σημαίνει να είναι Σέρβος. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν μια χώρα βρίσκεται σε ένα τέτοιο μεταβατικό στάδιο και αναζητά ταυτότητα. Κατ' επέκταση ο καθένας ψάχνει να ορίσει και την προσωπική του ταυτότητα.
Αυτό το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον και πολύ κοντά σε εμένα και από το λίγο χρόνο που έμεινα εκεί συνειδητοποίησα πόσο χρήσιμο και ενδιαφέρον θα ήταν για εμάς τους Έλληνες καλλιτέχνες να αναπτύσσουμε διάλογο με χώρες τόσο κοντινές σε μας γεωγραφικά, ιστορικά αλλά και πολιτισμικά όπως αυτές των Βαλκανίων. Θεωρώ ότι είναι μια ευκαιρία για να διαβάσουμε το σύγχρονο παρελθόν μας με έναν καινούργιο τρόπο και να επαναδιαπραγματευτούμε την πρόσφατη ιστορία μας. Σε αυτό το πλαίσιο δέχτηκα την πρόταση του Εναλλακτικού Κέντρου Κινηματογράφου του Βελιγραδίου να διοργανώσω μια παρουσίαση Ελλήνων film-makers και video-artists την άνοιξη του 2008.

Στο έργο που παρουσιάστηκε στη Μπιενάλε της Αθήνας ασχολήθηκες με την περίοδο της Χούντας. Δεν σε απέτρεψε το γεγονός ότι πρόκειται για μια υπερφορτισμένη περίοδο της ιστορίας που αποτελεί κλασικό σημείο αναφοράς;

Ακριβώς επειδή είναι 'κλασικό σημείο αναφοράς' θέλησα να το μελετήσω ώστε να έχω μια προσωπική εικόνα, από το να δανείζομαι την ίδια γνωστή άποψη για εκείνη την εποχή. Μετά από την έρευνα αυτή, που διήρκησε σχεδόν 3 μήνες ψαξίματος σε αρχεία, αποσαφήνισα πολλά πράγματα και αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο, και που ουσιαστικά πραγματεύεται και το έργο της Μπιενάλε, έχει να κάνει με τη χρήση της εικόνας ως μέσου προπαγάνδας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας μέσα από την καλλιέργεια μιας πολύ συγκεκριμένης αισθητικής. Μιας αισθητικής του θεάματος, που έχει αναφορές από τα ναζιστικά έργα της Leni Riefenstahl μέχρι τα μιούζικαλ του Broadway και που στοιχεία της μπορείς να βρεις ακόμη και στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Γιατί σε ενδιαφέρει η έρευνα πάνω στην ελληνική ιστορία;

Το έργο μου δεν ερευνά την ελληνική ιστορία όπως θα το έκανε ένας ιστορικός αναλυτής και ούτε καταπιάνεται με το σχολιασμό αυτών καθαυτών των συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων. Η έρευνα εστιάζει επιλεκτικά σε ιστορικές στιγμές από τις οποίες δανείζομαι εικόνες – ντοκουμέντα και τα οποία εντάσσω αναλλοίωτα μέσα στο έργο μου. Ίσως δεν θα ασχολιόμουν καθόλου με την Ιστορία αν δε με ενδιέφεραν οι συγκεκριμένες εικόνες. Και μέσα από αυτή την έρευνα με αφορά πρωτίστως η ανάλυση της πολιτικής, ιστορικής και αισθητικής εξέλιξης της εικόνας μέχρι το σήμερα.
Η τοποθέτηση αυτών των εικόνων μέσα σε ένα διαφορετικό εννοιολογικό πλαίσιο όπως αυτό της τέχνης και παραθέτοντας τες με άλλες μορφολογικές προσεγγίσεις της εικόνας, έχει ως αποτέλεσμα τη διάκριση μεταξύ αναπαράστασης και περιεχομένου, πράγμα που οδηγεί σε μια εκ νέου ανάγνωση και επαναδιαπραγμάτευση της εικόνας με την Ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο, βγάζοντας τες δηλαδή από το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο ανήκουν, επαναπροσδιορίζουμε και τη σχέση τους με το παρόν.

Το πως ένα έργο τέχνης επαναδιαπραγματεύεται την πραγματικότητα αποτελεί κεντρικό άξονα της δουλειάς σου. Με ποια έννοια σε ενδιαφέρει η διαδικασία της καταγραφής, το document μες σ' αυτό το πλαίσιο;

To document το έχω εντάξει πρόσφατα στη δουλειά μου και το χρησιμοποιώ ως την αναφορά στην πραγματικότητα. Από τη μια μεριά το document έχει αυτή τη δύναμη της καθολικής αποδοχής μέσα από την ιστορική διαδρομή που έχει διανύσει, που φτάνει να αποτελεί ένα δεδομένο, και ως τέτοιο με ενδιαφέρει, από την άλλη η οποιαδήποτε εικόνα/ ντοκουμέντο ακόμη και όταν προέρχεται από ένα ιστορικό, εθνογραφικό, πολιτικό, δημοσιογραφικό αρχείο, είναι μια αισθητική 'κατασκευή'.
Είναι μια αναπαράσταση της πραγματικότητας αλλά όχι η ίδια η πραγματικότητα. Αυτό βέβαια δεν συνιστά απαραίτητα διαστρέβλωση της πραγματικότητας ή της ιστορικής αλήθειας που αναπαριστά αλλά για μένα ως εικαστικό αυτή ακριβώς η μη αποσαφηνισμένη σχέση αισθητικής κατασκευής και ιστορικής αλήθειας με ενδιαφέρει πολύ. Μέσα από την αποκωδικοποίηση αυτού του δίπολου, προκύπτει και η επαναδιαπραγμάτευση της εικόνας, σε σχέση με αυτό που αναπαριστά, δηλαδή την πραγματικότητα.

Με ποιόν τρόπο σε ενδιαφέρει η ιστορία ως εικόνα-ες;

Διανύουμε μια εποχή όπου σχεδόν όλες οι δράσεις, ειδικά στο δημόσιο χώρο, καταγράφονται ως εικόνα. Το ότι απλώς περπατάς σε έναν δρόμο καταγράφεται από μερικές CCTV, από έναν-δυο δορυφόρους, από το Google Earth και ενδεχομένως από κάποιον που κινηματογραφεί περαστικούς μέσα από το σπίτι του.
Αυτή η μετατροπή μιας τόσο απλής δράσης σε εικόνα αποτελεί μια πληροφορία και ανάλογα αρχειοθετείται και ερμηνεύεται.
Είτε είναι κινούμενη εικόνα, είτε φωτογραφία η εικόνα έχει εξουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο διοχετεύεται η πληροφορία και οργανώνεται η επικοινωνία. Τα media έχουν καταφέρει να εικονοποιήσουν την πληροφορία, την ιστορία, το αληθές και το κατασκευασμένο, σε τέτοιο βαθμό που αποτελούν σημείο αναφοράς.
Η εικόνα έχει εξελιχθεί σε ένα είδος short cut για την πρόσβασή μας στην πραγματικότητα αλλά και στην Ιστορία. Και έχει καταφέρει να επιβάλει τους δικούς της κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο συντελείται η πραγματικότητα και κατ' επέκταση η Ιστορία.
Θέλω να πω ότι η πραγματικότητα της εικόνας είναι πολύ πιο πειστική και δυνατή από την πραγματικότητα την ίδια.
Πολύ απλά αν το δεις στα νέα των 8, στην οθόνη του υπολογιστή σου ή του κινητού σου, στο billboard, υπάρχει!
Και η εικόνα του σήμερα κατασκευάζει κατά πολύ την ιστορία του αύριο.

Η έκδοση του περιοδικού Spot πώς εντάσσεται στο έργο σου;

To Spot δεν συνδέεται άμεσα με το έργο μου. Είναι περισσότερο ένας προβληματισμός γύρω από τον τρόπο με τον οποίο παράγεται το εικαστικό προϊόν στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Το Spot ως ιδέα ξεκίνησε τρία χρόνια πριν κατά τη διάρκεια συζητήσεων που λάμβαναν μέρος στα γραφεία του Manifesta Foundation στο Amsterdam. Με την ολοκλήρωση αυτών των συζητήσεων-παρουσιάσεων, των οποίων ήμουν ο ένας εκ των δύο συντακτών, θέλησα να εστιάσω περισσότερο στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και Νοτιοανατολικής Μεσογείου με στόχο την ανάλυση project και εκθέσεων που παράγονται σε αυτές τις περιοχές.
Το Spot λοιπόν είναι μια απόπειρα σύνδεσης σημείων/ πόλεων στο χώρο/ χάρτη, με στόχο να συνθέσουν μια εικόνα για το τι συμβαίνει σε αυτήν την περιοχή. Τι σημαίνει η παραγωγή εικαστικού προϊόντος σε αυτές τις χώρες, με ποιόν τρόπο αυτές οι παραγωγές που σε πολλές περιπτώσεις έχουν αδόκιμο χαρακτήρα, έρχονται να προσφέρουν στο κατεστημένο της τέχνης;
Γι αυτό και όσοι συμμετείχαν μέχρι τώρα στο Spot είναι καλλιτέχνες, θεωρητικοί ή επιμελητές μιλάνε για την προσωπική τους διαδικασία/ διαδρομή μέσα από τα project τους και τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν σε συγκεκριμένες περιοχές. Ενδεικτικά το Spot κάλυψε projects που έγιναν στην πράσινη γραμμή της Κύπρου, στο Κάιρο, την Παλαιστίνη, την Κωνσταντινούπολη.
Με ποιο τρόπο οι κοινωνικές δομές της εκάστοτε περιοχής επηρεάζουν την εικαστική παραγωγή; Τι κερδίζει ένας εικαστικός παραγωγός και τι χάνει μέσα σ' αυτή τη διαδικασία;
Τα περισσότερα project έχουν μια άμεση σχέση με το δημόσιο χώρο αλλά και με το πως η τέχνη μπορεί να αλλάξει ή τουλάχιστον να επηρεάσει τον διάλογο πάνω στο δημόσιο χώρο.
Για μένα το Spot είναι ένας τρόπος για να προσεγγίσω εγώ ο ίδιος καταρχήν διάφορες κοινωνικές δομές αλλά και νοοτροπίες ανθρώπων που ζουν και παράγουν τέχνη σε μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη πολιτισμικά περιοχή και που διαχειρίζονται με τόσο διαφορετικό τρόπο την καλλιτεχνική τους έμπνευση.

Σε ποιο βαθμό αισθάνεσαι 'Νέος Έλληνας Καλλιτέχνης';

Δεν ξέρω ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, τι σημαίνει να είσαι νέος Έλληνας καλλιτέχνης, ούτε ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτεχνικού προϊόντος που παράγεται στην Ελλάδα. Νιώθω Έλληνας εικαστικός επειδή μοιράζομαι αυτούς τους προβληματισμούς και όχι επειδή έχω απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.
Όπως για παράδειγμα, ενώ είμαι Έλληνας εικαστικός, τις παραγωγές των έργων μου, με εξαίρεση την Μπιενάλε της Αθήνας, δεν τις χρηματοδοτούνε ελληνικοί (κρατικοί ή ιδιωτικοί) φορείς αλλά κυρίως ολλανδικοί και ευρωπαϊκοί. Αυτό μου δημιουργεί μια σύγχυση σχετικά με το αν αυτό που παράγω μπορεί τελικά να λέγεται ελληνική τέχνη!

Friday, February 15, 2008

Χριστίνα Δημητριάδη - Δυσδιάκριτα Μονοπάτια
Christina Dimitriadis - Obscure Passages

Η Χριστίνα Δημητριάδη συζητάει με τον δημοσιογράφο Φοίβο Σακαλή.

Christina Dimitriadis in conversation with journalist Foivos Sakalis.

video

Friday, February 8, 2008

Γιώργος Δρίβας-Στη Γκρίζα Ζώνη
George Drivas-In the Gray Zone

Προφορική ιστορία του Γιώργου Δρίβα στη Δέσποινα Ζευκιλή.

Oral history of George Drivas with Despina Zeykili.

video

Thursday, February 7, 2008

Ένα Δώρο

Ο Γιώργης Γερόλυμπος μας έστειλε μια όμορφη φωτογραφία από το Φιξ που τράβηξε πριν μερικούς μήνες.
Τη δημοσιεύουμε.

Friday, February 1, 2008

Κατερίνα Χρηστίδη - Καταδύσεις σε Πρώτο Πρόσωπο
Katerina Christidi - Diving in First Person

Η Κατερίνα Χρηστίδη είναι μία καλλιτέχνις που ζει κι εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια στο Παρίσι. Το προνομιακό μέσο έκφρασής της στην υπαρξιακή τέχνη που ασκεί, είναι το σχέδιο. Στην έκθεση «Σε Ενεστώτα Χρόνο. Νέοι Έλληνες Καλλιτέχνες» παρουσιάζει 15 σχέδια με κάρβουνο σε μουσαμά που παρουσιάζουν κάποιες αφαιρετικές ημιαναπαραστατικές εκφραστικές φιγούρες, που ξετυλίγουν σαν σε σεκάνς μια εσωτερική, βουβή αφήγηση το απόσταγμα της αίσθησης της κάθε μέρας που «βίωσαν».
Οι συχνά, τραγικές αυτές φανταστικές μορφές μεταλλάσσονται οι ίδιες εικονιστικά, εμφανίζοντας άλλοτε την μορφή και την έκφραση ενός αθώου βρέφους, άλλοτε μια ζωομορφική, μυθολογική τραγική φιγούρα, άλλοτε μια γκροτέσκο ή κάπως κωμική μορφή. Τα σχέδια παραμένουν σκοτεινά και υπαινικτικά, αφαιρετικά και υποχθόνια, επιτρέποντας την κατά το δοκούν πρόσληψή τους από τον θεατή.
Οι μοναχικές αυτές φιγούρες, σε μια παράταξη εξομολόγησης, αποτελούν ένα ιδιωματικό υπαρξιακό ημερολόγιο της Χρηστίδη και διακρίνονται από έναν ιδιαίτερο τεχνικό χειρισμό από την πλευρά της που επιτρέπει στις φιγούρες να δημιουργούν έναν αμφίσημο χώρο στον οποίο άλλοτε βυθίζονται αρνούμενες να υπάρξουν κι άλλοτε αναδύονται διεκδικώντας μια πιο έντονη παρουσία στην ζωή.

Βασιλίκα Σαριλάκη
Ιστορικός τέχνης



Untitled, 2007, charcoal on canvas, 35 x 35 cm

Untitled, 2007, charcoal on canvas, 24 x 33 cm

Untitled, 2007, charcoal on canvas, 35 x 35 cm

Συζήτηση μέσω email μεταξύ της Βασιλίκας Σαριλάκη και της Κατερίνας Χρηστίδη



Αγαπητή Κατερίνα,
Έχουν περάσει πάνω από 10 χρόνια όταν θυμάμαι έγραψα στο περιοδικό Art Magazine για την πρώτη σου έκθεση.. Πρέπει να ήταν λίγο πριν φύγεις στο Παρίσι, μια διαμονή που διήρκεσε 14 χρόνια.. Θυμάμαι πως το θέμα των ζωγραφικών σχεδίων σου τότε ήταν «Ο λύκος και η Κοκκινοσκουφίτσα». Πίσω από το πασίγνωστο όμως γλαφυρό παραμύθι, εσύ έκανες τότε, ένα σχόλιο για την απωθημένη σεξουαλικότητα, μ ΄έναν υπαινικτικό, ελαφρώς ειρωνικό τρόπο που δεν στερείτο και του ανάλογου χιούμορ.
Με έκπληξή μου διαπίστωσα ότι έχεις κάνει ένα πολύ πιο λιτό σχέδιο με το ίδιο θέμα και πέρυσι. Τι έχει αλλάξει όμως στην ζωγραφική σου αντίληψη από τότε μέχρι σήμερα; Και πώς συνδυάζεις συχνά το κωμικό στοιχείο με το γκροτέσκο ή με το βαθιά υπαρξιακό όπως τα εξαίρετα έργα που είδαμε στην έκθεση του Ε.Μ.Σ.Τ;


Αγαπητή Βασιλίκα,
Το σχέδιο στο οποίο αναφέρεσαι, μάλλον θα είναι ένα από τα "καθημερινά σχέδια" και θα θύμιζε σίγουρα, κάποια εικόνα από το "λύκο και τη Κοκκινοσκουφίτσα».Αποφεύγω πάντως την αναμόχλευση του ίδιου θέματος, αν και κάποιες ιδέες επανέρχονται.
Οσο εξελίσεται η ζωγραφική μου, τόσο πιο πολύ εστιάζω σε μιά φόρμα πιο υπαινικτική. Οι ανθρωπόμορφες φιγούρες παραμένουν ωστόσο στο κέντρο της θεματολογίας μου, συγκεντρώνοντας στοιχεία που παραπέμπουν στον ευάλωτο, δραματικό και κωμικό χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης, έτσι όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι καί ερμηνεύω. Πάντα μ' ενδιέφερε η συγκατοίκηση φαινομενικά αντίθετων στοιχείων, όπως το κωμικό μέ το δραματικό, έχοντας την πεποίθηση οτι οχι μόνο το ένα στοιχείο δεν αναιρεί το άλλο, αλλά ότι το ένα περιέχει και επηρεάζει το άλλο.

Όταν πήγες στο Παρίσι έκανες περαιτέρω σπουδές και γνωριμίες με καλλιτέχνες και πως σε επηρέασαν αυτές στο καλλιτεχνικό σου έργο;

Θα έλεγα ότι πέρα από τη σχολή, η έντονη επιθυμία του να γνωρίσω μιά πόλη που μου ήταν ξένη, σε συνδυασμό με την γνωριμία μου με ανθρώπους από άλλες κουλτούρες και όχι μόνο καλλιτέχνες, τόνωσαν την ανάγκη μιας προσωπικής εξέλιξης και κατά συνέπεια εμπλούτισαν με νέες πληροφορίες την καλλιτεχνική μου έρευνα. Πώς; Αλήθεια πώς;

Γνωρίζοντας καλά την νέα γαλλική σκηνή και συγκρίνοντάς την με την νέα ελληνική σκηνή ποιες είναι οι διαφορές που βλέπεις και από ποια επηρεάστηκες περισσότερο;

Δεν παρακολουθώ στενά την ελληνική σκηνή, λόγω της απουσίας μου από την Ελλάδα, θα σημείωνα παρ΄ όλα αυτά, ότι όλο και περισσότερο οι δύο σκηνές αναπτύσσονται μέσα από κοινούς προβληματισμούς. Προτιμώ όμως να αφήσω μιά εμπεριστατώμενη ανάλυση σε ανθρώπους πιό ειδικούς.
Επηρεάζομαι από ότι μου δημιουργεί συγκίνηση στον τόπο που ζω, που δεν έχει να κάνει μόνο μέ την σύγχρονη γαλλική σκηνή, αλλά και με επισκέψεις σε αναδρομικές εκθέσεις παλιότερων καλλιτεχνών, ξαφνικές επιδρομές στο Λούβρο κ.τ.λ

Η εικαστική σου διαδρομή ήταν μια συνεχής, αδιάλειπτη πορεία στην ίδια κατεύθυνση ή υπήρχαν σημεία- τομές, περίοδοι ρήξεις με την προηγούμενη δουλειά σου;

Τα μέσα έκφρασης μου είναι ακόμη η ζωγραφική και το σχέδιο. Ωστόσο μ' αρέσει να ελπίζω οτι δεν έιναι μονόδρομος ο δρόμος που έχω πάρει και ότι η έρευνα μου είναι μιά πορεία που αφομοιώνει και επεξεργάζεται καινούργια ερεθίσματα, ανασύρει και ξανακοιτά παλιότερες ιδέες, ενίοτε γκρεμοτσακίζεται , πάντως εξελίσσεται ~θέλω να πιστεύω!
Κάθε φορά που τελειώνω μιά σειρά με το ίδιο θέμα, πάω σε άλλη. Ας πούμε ότι κάθε φορά γίνεται μια μικρή ρήξη.

Τα τελευταία δύο χρόνια κάνεις κάθε μέρα ένα σχέδιο κρατώντας τρόπον τινά ένα ζωγραφικό ημερολόγιο αισθήσεων και εντυπώσεων. Αυτό σημαίνει πως το έργο σου πρέπει να το δει κανείς ως μια συνεχόμενη αφήγηση επί προσωπικού;

Τα "καθημερινά σχέδια " διήρκεσαν στην πραγματικότητα ένα χρόνο και σταμάτησαν όταν εξατμίστηκε αυτή η επιθυμία ανάπλασης και καταγραφής μιας εικόνας από την καθημερινότητα μου.
Σίγουρα ήταν μία προσωπική κατάθεση η επιλογή, ερμηνεία και αναπαραγωγή μίας συγκεκριμένης εικόνας απο τις εκατοντάδες των ανθρώπινων συμπεριφορών, που καθημερινά παρατηρούσα. Πολύ σπάνια γινόταν όμως αυτοαναφορική.
Τα 15 σχέδια που παρουσιάζω στο ΕΜΣΤ αν και καθημερινά, δεν ήταν καθόλου στην ίδια λογική. Επέβαλα στον εαυτό μου αυτό το "κάδρο", ώστε να μπορέσω να αναπτύξω αυτή τη σειρά στο στενό χρονικό περιθώριο που είχα στη διάθεση μου. Στο τέλος έκανα μιά αυστηρή επιλογή από 25 έργα.
Γενικά θα έλεγα οτι τα έργα μου σχετίζονται μέ μία προσωπική αφήγηση, χωρίς να είναι αυτοαναφορικά.

Συχνά παρουσιάζεις κάποια φουσκωμένα κεφάλια που αιωρούνται μέσα στον χώρο παίρνοντας διάφορες αλληλοσυγκρουόμενες εκφράσεις. Αντίθετα όμως με την θεατρικότητα και το εξπρεσιονιστικό ύφος που έχουν κάποια ανάλογα κεφάλια που προβάλλει π.χ. ο Tony Oursler εσύ παρουσιάζεις αυτά τα κεφάλια ως κάποιους αυτόνομους οργανισμούς που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το συχνά εχθρικό περιβάλλον μ’ έναν υπαινικτικό τόνο εσωστρεφούς υπαρξιακότητας. Τι σημαίνει άραγε αυτή η επιμονή σου να ζωγραφίζεις αυτά τα όντα;

Εκανες μία πολύ ωραία εισαγωγή της ερώτησης σου που απαντά κατά μεγάλο μέρος στην ίδια την ερώτηση.
Θα προσέθετα οτι αυτά τα κεφάλια είναι και για μένα αινιγματικές φιγούρες που πλανιούνται σε ένα μη αναγνωρίσιμο περιβάλλον, όχι απαραίτητα εχθρικό, περικλείοντας διάφορα αντιφατικά στοιχεία, όπως το οικείο και το ανοίκειο, το
εσωστρεφές και το εξωστρεφές, το δραματικό και το κωμικό.

Έχει γραφεί για την δουλειά σου ότι χαρακτηρίζεται από μια παιδικότητα κι από μια έμφαση στην σεξουαλικότητα. Εσύ το συμμερίζεσαι αυτό και πως το σχολιάζεις;

Φαντάζομαι οτι το ασυνείδητο, το οποίο έχω σε μεγάλη εκτίμηση, έχει και αυτό ένα μερίδιο ευθύνης!
Σέβομαι την κριτική ή τα σχόλια που εκφράζονται μετά από σκέψη.
Δυσκολεύομαι να σχολιάσω κάποια από αυτά.

Όταν λες πως στοχεύεις στην λιτότητα και την συμπύκνωση των μέσων έκφρασης –κάτι που πετυχαίνεις αδιαμφισβήτητα- αυτό σημαίνει πως αποκλείεις να εκφραστείς πληθωρικά αν κάποτε το θέμα που θα επιλέξεις θα το απαιτήσει;

Μέσα απο τη λιτότητα εκφράζομαι πληθωρικά!
Δεν αποκλείεται κάποτε να αλλάξω κατεύθυνση προς μια φόρμα πιό πληθωρική. Όλα μπορούν να ανατραπούν σ'αυτή τη ζωή!!

Τι είναι κυρίως αυτό που θέλεις να εκφράσεις με την δουλειά σου για να την θεωρήσεις πετυχημένη;

Να μπορέσει να περιέχει σε μια φόρμα που δεν θα μπορώ να αμφισβητήσω, αυτά τα αντιφατικά στοιχεία που προανέφερα, αλλά κι άλλα που ούτε καν υποπτευόμαι!

Επιστρέφοντας στην σημερινή δουλειά που έδειξες στο Ε.Μ.Σ.Τ θέλω να σου πω πως εκτίμησα ιδιαίτερα την σειρά αυτή των σχεδίων σου γιατί πέρα από την τεχνική τους δεινότητα να συνδιαλλαγούν μαζί μας μεταδίδοντας ταυτοχρόνως μια κίνηση από ένα βάθος μέχρι την επιφάνεια απέδωσες μια έντονη εκφραστικότητα στα πρόσωπα και έναν βουβό υπαρξιακό πόνο που δεν ήξερε κανείς αν ανήκει σ΄ ένα βρέφος ή έναν ηλικιωμένο. Το θέμα ήταν εντέλει ο χρόνος και τα σημάδια του για μένα. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Πιστεύεις ότι τα δυνατά έργα είναι αυτά που αγγίζουν αρχετυπικά θέματα ή σε εντυπωσιάζουν κι άλλα έργα που δεν φέρουν τόση φόρτιση;

Χαίρομαι πολύ που σου άρεσαν.
Πιστεύω πράγματι οτι δυνατά έργα είναι αυτά που αγγίζουν αρχετυπικά θέματα. Το πρόβλημα είναι το πως διαπραγματεύεται κανείς τέτοια θέματα. Παραθέτω μια πρόταση του Παβέζε πού αγαπώ πολύ:"Δυσκολία της τέχνης: να αποδώσεις ως έκπληξη πράγματα γνωστά. Αν δεν ήσαν γνωστά δεν θα ενδιαφερόσουν τόσο να τα πραγματευτείς έτσι ώστε να εκπλήσσουν".
Πάντως με ενδιαφέρουν κι άλλα έργα λιγότερο "δραματικά", αρκεί με κάποιο τρόπο να με φορτίζουν!

Τέλος ποιες συνθήκες νομίζεις ότι θα έπρεπε να αλλάξουν στην Ελλάδα ώστε μια καλλιτέχνης σαν κι εσένα να επέστρεφε να δημιουργήσει στην πατρίδα της; Ποιες είναι οι ευκαιρίες που λείπουν σ΄ έναν Έλληνα καλλιτέχνη ώστε να αποφασίζει να παραμένει στο Εξωτερικό;

Η απόφαση της παραμονής μου στο Παρίσι δεν συνδεέται απαραίτητα μέ την άρνηση επιστροφής μου στην Ελλάδα.

H αίσθηση που έχω, αλλα που θα έλεγα οτι ίσως αλλάζει σιγά σιγά είναι ότι ενδιαφέρουσες εικαστικές προτάσεις ή φιλόδοξες εκθέσεις δεν αφομοιώνονται απο το περιβαλλον τους, ή κακοχωνεύονται, ή δεν αναπτύσονται όσο θα ευχόταν κανείς, ώστε να δημιουργήθουν διάλογοι.

Γενικά παρατηρώ τη διαιώνιση ορισμένων ελληνικών χαρακτηριστικών πού θεωρούνται δεδομένα και γραφικά όπως η ασυνέπεια , η ημιμάθεια , η έλλειψη ακεραιότητας.. ξεκινώντας από τον ταξιτζή που επιστρέφει τα ρέστα , αλλά όχι όλα ..
Παρ΄ όλα αυτά νομίζω ότι είμαι πολύ δεμένη με την Ελλάδα..
Και αυτά κατέθεσε μιά Ελληνίδα του εξωτερικού!



Katerina Christidi is an artist who lives and works in Paris many years now. The concessive means of expression that she uses for the existential art she makes, is drawing. In the exhibition “In Present Tense. Young Greek Artists” she presents 15 drawings made with charcoal on canvas that present some abstract, semi-representational expressive figures that unfold -as in a sequence- an esoteric, silent narrative, the distillate of the sensation of each day that “they have experienced”.
These often tragic, imaginary forms transform themselves pictorially, at times adopting the form and the expression of an innocent infant and at others an animal-like, tragic mythological form, or a grotesque, comic-like form. The drawings remain dark and allusive, abstract and infernal, allowing their appreciation in whatever way one wants.
These solitary figures, in a line of confession, constitute an idiomatic existentialist diary of the artist and are distinguished by a particular technical treatment of the artist that allows the figures to create an ambiguous space, in which at times they immerge in a refusal to exist, and at times they emerge claiming a more strong presence in life.

Vassilika Sarilaki
Art Historian


An email conversation between Vassilika Sarilaki and Katerina Christidi.


Dear Katerina,
More than 10 years have passed since I remember I was writing in the periodical Art Magazine about your first exhibition.. It must have been a little while before you left for Paris, a permanence that lasted 14 years.. I remember that at the time, the subject of your drawings was “The Wolf and Little Red Riding Hood”. However, behind this well-known yet effusive fairytale, you were then commenting on expelled sexuality in an allusive, slightly ironic way, which did not deprive of the analogous humor.
I was surprised to find out that you realized a much more austere drawing with the same subject last year. What has, however, changed in your painting perception from then to know? And how do you associate the grotesque with the comic element or with the more profound existentialist one, as we can see in your exceptional works that we saw in the exhibition organized by EMST?


Dear Vassilika,
The drawing that you are referring to must be one of the “everyday drawings” and would certainly remind an image from “The Wolf and Little Red Riding Hood”. I avoid, however, the scarification of the same subject matter, although some ideas come up again.
As my painting develops, I focus more and more on an allusive form. The anthropomorphous figures remain however in the center of my subject matter, collecting elements that refer to the vulnerable, dramatic and comic element of human nature, in the way I perceive it and I interpret it. I have always been interested in the coexistence of seemingly opposite elements, as the comic with the dramatic, having the conviction not only that one does not negate the other, but that the one comprises of and affects the other.

When you went to Paris did you study further and make more acquaintances with artists and how much did they influence your artistic work?

I would say that apart from school, the intense desire of getting to know a city that was foreign to me, in combination with my acquaintance with people from other cultures and not only artists, boosted the need for a personal evolution and in consequence enriched with new information my artistic research. How? How really?

Knowing well the new French scene and comparing it to the new Greek scene what are the differences you see and from which one were you more influenced?

I do not follow closely the Greek scene, due to my absence from Greece. Despite that, I would note that more and more the two scenes develop through common concerns. I prefer however, to leave a detailed analysis to more specialized people.
I am influenced by whatever causes emotion in the place I live, which not only has to do with contemporary French scene, but also with visits to retrospective exhibition of older artists, sudden forays to the Louvre, etc

Was your artistic journey a continuous, unfailing course towards the same direction or where there points - sections, periods of rupture from your former work?

The media of my expression are still painting and drawing. Although I like to believe that it’s not a one way street the path I’ve taken and that my research is a course which absorbs and processes new stimuli, recovers and looks again at older ideas, sometimes it smashes to the ground, in any way it evolves – I would like to believe!
And every time I finish a series that have the same subject, I move on to another one. Let’s say that every time a small eruption takes place.

The last couple of years every day you make a new drawing keeping in a way a painterly diary of feelings and impressions. Does that mean that your work has to be seen as a continuous narration of the personal?

The “everyday drawings” lasted in reality for a year and stop when this desire of remolding and recording an image from my reality vanished.
Definitely it was a personal statement the choice, interpretation and reproduction of a particular image from the hundreds of human behaviors, which I was daily observing. Very rarely was it however self-referential.
The 15 drawings, which I present at EMST even though produced daily, they were not at all following the same logic. I enforced upon myself this “frame”, in order to develop this series in the narrow time period that I had at my disposal. In the end I made a very strict choice from 25 works.
In general, I’d say that my works are related to a personal narration without being self-referential.

You often present some swollen heads which hover inside the space taking various conflicting expressions. Opposite to the theatricality and the expressionist look that some analogous heads have that for example Tony Oursler projects, you present these heads as some autonomous organisms that try to confront the often hostile environment with a connotative tone of introvert existentialism. What does your insistence to paint these beings mean?

You made a very nice introduction with your question that answers a big part of the question itself. I would add that these heads are also for me as well, enigmatic figures that hover in a non-recognizable environment, no necessarily hostile, encompassing various contradictory elements, such as the familiar and unfamiliar, the introvert and the extrovert, the dramatic and the comic.

It has been written about your work that it is characterized by childishness and by an emphasis on sexuality. Do you sympathize with this and how do you comment on it?

I imagine that the subconscious, which I appreciate enormously, also has its share!
I respect criticism or the comments that are expressed after thinking.
I find it hard to comment any of these.

When you say that you aim towards the austerity and the condensation of the media of expression - something that you undoubtedly achieve - does it mean that you exclude to express yourself prolifically if the subject that you might choose demands it?

Through austerity I express myself prolifically!
It is not excluded sometimes I change direction to a form more prolific. Everything can be subverted in this life!!

What is it mainly that which you want to express with your work in order to consider it successful?

To be able to contain in a formula which I will not be able to doubt, these contradictory elements which I aforementioned, but also other which I cannot even suspect.

Returning to the current work that you showed at EMST I want to tell you that I appreciated especially this series of your drawings because apart from their ability to converse with us transmitting simultaneously a movement from a depth up to the surface you attributed an intense expressiveness in the faces and a silent existential pain which no one knew if it belongs to an infant or an old man. The subject was finally the time and its marks for me. I wonder therefore: Do you believe that the strong works are those that touche upon archetypal subjects or do other works that do not carry so much emotional charge also impress you?

I am glad you enjoyed them so much.
I believe indeed that strong works are the ones that touch upon archetypal subjects. The problem is how does one treats such subjects. I mention a sentence of Pavese whom I love a lot: “Difficulty of art: to attribute as surprise things known. If they were not known you would not be as interested to negotiate them so as to astonish”.
In any case I am interested in other works less “dramatic”, as long as they “charge” me somehow!

Finally what conditions do you think should change in Greece so that an artist like you would return to work in her homeland? What are the chances that are absent to a Greek artist, so that he/she decides to stay abroad?

My decision to stay in Paris is not necessarily connected to my denial of returning to Greece.
The sense that I have, which I would say changes slowly, is that interesting artistic proposals or ambitious exhibitions are not absorbed by their environment, or are not easily absorbed, or are not developed as much as one would wish, in order for dialogues to be created.
In general I observe the perpetuation of certain Greek characteristic which are considered a given and graphical such as the inconsistency, half-knowledge, the lack of integrity, starting from the taxi driver who gives the change, but not the whole amount….
Despite that, I think I’m very tied up with Greece.And these were stated by a Greek living abroad!