Showing posts with label ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Show all posts
Showing posts with label ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Show all posts

Wednesday, July 2, 2008

Νίνα Παπακωνσταντίνου
Nina Papaconstantinou

Προφορική Ιστορία μέσω e-mail της Νίνας Παπακωνσταντίνου στην Τίνα Πανδή.

Πραγματοποίησες σπουδές ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια σχεδίου στην Αγγλία. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι στην καλλιτεχνική σου έρευνα συγκλίνουν και οι δυο αυτές κατευθύνσεις ;

Σίγουρα, το ενδιαφέρον μου για τη λογοτεχνία, που με ώθησε στις σπουδές ελληνικής φιλολογίας, έχει επηρεάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της δουλειάς μου. Με απασχολεί η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και την εικόνα του, είτε αυτή δημιουργείται από τα ίχνη της γραφής, είτε από συσσωρεύσεις γραφής στην ίδια επιφάνεια. Και στις δύο περιπτώσεις απουσιάζει το κείμενο ως αναγνωρίσιμος κώδικας επικοινωνίας, και ως εκ τούτου υπάρχει πλέον μόνο η εικόνα. Ως προς τη θεματολογία πάλι, δεν είναι τυχαίο ότι αντλώ από -κλασικά ή μη-λογοτεχνικά κείμενα και χρησιμοποιώ τα βιβλία στη δουλειά μου. Ακόμα ίσως και ο τρόπος που βλέπω το κείμενο -γράφοντας, αντιγράφοντας, αποτυπώνοντας-, και το ενδιαφέρον μου για το κενό ανάμεσα στα γράμματα και το λάθος παραπέμπει όχι τόσο στην πρακτική ενός καλλιτέχνη, αλλά περισσότερο σε αυτήν ενός φιλολόγου.

Αναφέρθηκες σε «ίχνη» και σε «συσσωρεύσεις γραφής». Με ποιους διαφορετικούς τρόπους μέσα από την πρακτική του σχεδίου επιτυγχάνεις τα αποτελέσματα αυτά ;

Τα ίχνη της γραφής έχουν κυριολεκτική σχέση με τη διαδικασία του σχεδίου –έχουν σχέση δηλαδή με την ιχνογράφηση. Το κείμενο σε αυτή την περίπτωση μεγεθύνεται τόσο που το γράμμα διαλύεται σε κόκκους, χάνει τη σαφήνειά του, δημιουργείται πάλι μία εικόνα από ό,τι απομένει από το μικρότερο στοιχείο του κειμένου –το γράμμα. Αυτή την εικόνα ιχνογραφώ πάνω σε ριζόχαρτο. Σε άλλα έργα το ίχνος του κειμένου είναι το αποτύπωμα της γραφής στην πίσω σελίδα, το ανάγλυφο που δημιουργείται από την πίεση του χεριού που γράφει. Οι συσσωρεύσεις γραφής δημιουργούνται με την αντιγραφή κειμένων ή ολόκληρων βιβλίων πάνω σε μία επιφάνεια –χαρτί, ριζόχαρτο ή κάποιο άλλο υλικό. Τα επίπεδα της γραφής, το ένα πάνω στο άλλο, δημιουργούν τελικά ένα πυκνό στρώμα, που εξαφανίζει τα γράμματα, τις λέξεις, το νόημα, καταργεί δηλαδή τον κώδικα επικοινωνίας του κειμένου.

Η επιλογή των κειμένων που οικειοποιείσαι αντιγράφοντας τα, κινείται από την αρχαία γραμματεία ως την σύγχρονη λογοτεχνία, από το λόγους του Δημοσθένη και την Αποκάλυψη του Ιωάννη έως τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, τον Φραντς Κάφκα και τη Σύλβια Πλαθ. Από ποια κριτήρια υπαγορεύεται ;

Η επιλογή των κειμένων και των βιβλίων εξαρτάται από τι θέλω να ερευνήσω κάθε φορά, μπορεί δηλαδή να είναι σε σχέση με το περιεχόμενο, ή με το μέγεθος του βιβλίου, ή με κάποια άλλα στοιχεία που με ενδιαφέρουν. Η σειρά των έργων που έχουν γίνει με καρμπόν σε χαρτί ξεκίνησε από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, για παράδειγμα. Ήθελα να δω πώς ένα κείμενο με τόση ένταση εικόνων θα μπορούσε να εικονογραφήσει τον εαυτό του. Από κει κι έπειτα επέλεξα τα βιβλία σε σχέση με την έκτασή τους για να δω τη διαφορετική εικόνα που παρουσιάζουν μεγαλύτερα ή μικρότερα βιβλία, τη διαφορά πυκνότητας τελικά και υφής στο σχέδιο. Το βιβλίο του Φραντς Κάφκα όμως Γράμμα στον πατέρα επέλεξα να το αντιγράψω πάνω σε λευκό καρμπόν, με μια δόση ειρωνείας απέναντι στον μόχθο της αντιγραφής που δεν αναγνωρίζεται (εφόσον είναι λευκό πάνω σε λευκό), αλλά και απέναντι στο συγκεκριμένο κείμενο και την ιστορία του –μια εκ βαθέων εξομολόγηση που τελικά δεν βρήκε ποτέ τον αποδέκτη της. Από την άλλη μεριά, επέλεξα τα παραμύθια των αδερφών Γκριμ για να διερευνήσω τη σχέση των παραμυθιών, της αφήγησης που ξετυλίγεται και πλέκεται, με σχέδια που δημιουργούνται με τη λογική της πλέξης, είτε με γραφή πάνω σε χαρτί είτε με πλεγμένες λωρίδες χαρτιού.

Το σχέδιο ως εικονογράφηση είναι κατεξοχήν συνδεδεμένο με την αφήγηση ιστοριών. Πέρα από την περίπτωση των παραμυθιών των αδελφών Γκριμ για την οποία κάνεις λόγο, πώς τοποθετείς τη δουλειά σου απέναντι στην αφηγηματική λειτουργία του σχεδίου ;

Η αφήγηση στη δουλειά μου, τόσο στα σχέδια που είναι βασισμένα σε κείμενα, όσο και στα άλλα, που αναφέρονται με άλλον τρόπο στην υφή, σχετίζεται περισσότερο με τη διαδικασία: γράφοντας ένα βιβλίο για παράδειγμα σεστρώματα, «καλύπτω» το κείμενο, δημιουργώ μία κρυμμένη εικόνα, μια μη αφήγηση. Η διαδικασία της γραφής σχετίζεται με το χρόνο, και οι διαφορετικές υφές που δημιουργούνται, οι πυκνότητες και οι αραιώσεις, αντανακλούν αυτήν ακριβώς την ποιότητα. Το σχέδιο ως εικόνα, ως τοπίο γραφής πλέον, επιτρέπει στο βλέμμα να ταξιδέψει στις υφές του, και να αναρωτηθεί για την κρυφή του «ιστορία».

Με αυτόν τον τρόπο η «μη αφήγηση» που δημιουργείς από τη μια ακυρώνει τον κύριο στόχο της αντιγραφής, που ιστορικά έχει συσχετιστεί με τη διάσωση και τη διάδοση του κειμένου, από την άλλη έρχεται κοντά στα παλίμψηστα χειρόγραφα.

Ακριβώς. Υπάρχει σαφώς η ειρωνεία απέναντι στην κοπιαστική αντιγραφή, που αντί να διασώζει, να βγάζει κάτι στο φως, το κρύβει μέσα από τα επίπεδα της γραφής, παραδίδοντας τελικά μια «μουτζούρα», μια ακατάληπτη συσσώρευση γραφής. Και υπάρχει και ο υπαινιγμός ότι η εικόνα που προκύπτει προέρχεταιαπό ένα λάθος.

Θα έβρισκες αντιστοιχίες ανάμεσα στην κοπιώδη διαδικασία δημιουργίας των σχεδίων σου με παραδοσιακές χειρωνακτικές γυναικείες εργασίες, όπως λ.χ η κεντητική;

Υπάρχουν σαφώς αντιστοιχίες σε αυτό το επίπεδο, αντιστοιχίες που σχετίζονται με την χειρωναξία και το χρόνο. Με ενδιαφέρει η χειροτεχνία και οι διαδικασίες που τη διατρέχουν, όπως για παράδειγμα η οργάνωση, η επιμέλεια, η αντιγραφή, η επανάληψη αλλά και η ελεύθερη δημιουργία. Το «ξετύλιγμα» της γραφής ή των σημείων σε μία επιφάνεια, και οι νοητικές λειτουργίες που συνοδεύουν μία τέτοια μηχανική εργασία, η αφήγηση, η αναπόληση κλπ. παραπέμπουν σαφώς τόσο στην υφαντική, όσο και στην κεντητική, χωρίς όμως να είναι μέσα στις προθέσεις μου –ενσυνείδητα τουλάχιστον- η αναφορά σε παραδοσιακά γυναικείες εργασίες. Είναι μία συγγένεια πολύ φυσική βέβαια, εφόσον τα χαρακτηριστικά τους είναι παρόμοια, κυρίως ως προς το χρόνο.

Σε ποιο βαθμό σε ενδιαφέρει η χρονική διάσταση που υποδηλώνει η εκτέλεση του σχεδίου;

Με ενδιαφέρει τα έργα μου να υποδηλώνουν το χρόνο που καταναλώθηκε για να γίνουν. Ο χρόνος δεν είναι μόνο θέμα διαδικασίας, είναι ζωτικής σημασίας για τη δουλειά μου, γιατί είναι ακριβώς αυτή η διάσταση που δημιουργεί το ίδιο το έργο. Οι συσσωρεύσεις γραφής ή σημείων, και οι αντίστοιχες αραιώσεις ή πυκνώσεις μαρτυρούν τη διάρκεια και κατά συνέπεια το χρόνο.

Στην έκθεση Σε Ενεστώτα Χρόνο πραγματοποίησες για πρώτη φορά μεγάλης κλίμακας σχέδια. Το έργο που παρουσίασες, είχε άμεση σύνδεση με τα κείμενα τα οποία αντέγραψες, την Κόλαση και το Παράδεισο από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη.

Η έκθεση Σε Ενεστώτα Χρόνο πράγματι μου έδωσε την ευκαιρία να προσανατολιστώ σε μεγαλύτερης κλίμακας σχέδια. Επέλεξα τη συγκεκριμένη διάσταση για την Κόλαση, και τον Παράδεισο από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, αφενός για την επιβλητικότητα του μεγέθους σε σχέση με το περιεχόμενο των βιβλίων, και κυρίως γιατί το σχήμα και το μέγεθος αυτό παραπέμπει στη σελίδα-πόρτα-πύλη, προς τον Παράδεισο ή προς την Κόλαση, κοινός τόπος για τη ζωή και το θάνατο, αφού η πύλη έχει να κάνει με το πέρασμα προς ένα νέο στάδιο, προς μία άλλη διάσταση, που όμως είναι σκοτεινή και ανεξιχνίαστη από τη γραφή. Επίσης, το σχέδιο πάνω στον τοίχο δημιουργεί μία αίσθηση τόσο του ανάγλυφου, όσο και ενός κάποιου βάθους, ενός «ανοίγματος» στον τοίχο. Το κείμενο – το βιβλίο γενικά- είναι εξάλλου το άνοιγμα προς έναν άλλο μαγικό κόσμο, προς μια άλλη διάσταση.

Τι σε παρακίνησε να ασχοληθείς με τα ημερολόγια της Σύλβια Πλαθ στο έργο με το οποίο συμμετέχεις στην έκθεση Διεμπειρίες Ελλάδα 2008, που παρουσιάζεται αυτό το διάστημα στο Πεκίνο από το ΕΜΣΤ ;

Η έννοια του ίδιου του ημερολογίου πρώτα-πρώτα, της ανάγκης για εκμυστήρευση, καταγραφή, αιτιολόγηση κλπ. που χαρακτηρίζει αυτή την τόσο προσωπική διαδικασία. Το ημερολόγιο σαν κάτι μυστικό και πολύτιμο, και αυστηρά ιδιωτικό. Όταν έχουμε εκδόσεις ημερολογίων όμως και το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο, η απόκρυψη ή εξαφάνισή του –όπως λέγεται ότι έγινε στην περίπτωση της Σύλβια Πλαθ- υπαινίσσεται μια άλλη πραγματικότητα, μιαν άλλη διάσταση των πραγμάτων, πέρα και πίσω από αυτό που ξέραμε. Πίσω και κάτω από το κείμενο που λείπει –όπως είναι και η αφετηρία του έργου με το οποίο συμμετείχα στις Διεμπειρίες Ελλάδα 2008. Στην περίπτωση της Σύλβια Πλαθ, η ιδιαίτερη ευαισθησία της και ο τρόπος με τον οποίο πέθανε, με παρακίνησε να κάνω με κάποιο τρόπο ορατό αυτό που έχει χαθεί, όπου όμως τελικά η σιωπή υπερισχύει στο λευκό ανάγλυφο χαρτί, σαν ψίθυρος.

Ποια η γνώμη σου για τη στροφή όλο και περισσότερων καλλιτεχνών στο σχέδιο που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια και την εκδοχή αυτής της τάσης στην ελληνική εικαστική παραγωγή ;

Νομίζω ότι η τάση προς το σχέδιο που υπάρχει σήμερα βασίστηκε στην ανάγκη για μια άλλη προσέγγιση της απλότητας και της αμεσότητας. Το σχέδιο μπορεί πράγματι να είναι ένα αυτόνομο και αυτοδύναμο εκφραστικό μέσο, όχι απλώς ένα στάδιο για κάποιο έργο. Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις που τα σχέδια είναι αυτό ακριβώς που δηλώνουν «προσχέδια», κάτι που είναι βέβαια εξίσου γοητευτικό και ενδιαφέρον με ένα τελειωμένο έργο, ίσως κιόλας έχει περισσότερη φρεσκάδα και ειλικρίνεια. Από την άλλη πλευρά, η γενίκευση αυτής της τάσης, όπως συμβαίνει συνήθως με τέτοιου είδους γενικεύσεις, δημιουργεί παγίδες και εγείρει τους γνωστούς κινδύνους που συνοδεύουν οτιδήποτε γίνεται μόδα. Αυτό στο οποίο διαφωνώ εδώ –και ιδιαίτερα όσον αφορά στην ελληνική εικαστική πραγματικότητα- είναι ο επιφανειακός και εύκολος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται το σχέδιο, σαν κάτι «εύκολο», και εμπορικό. Ίσως το βλέπω έτσι επειδή για μένα το σχέδιο –ως αυτοδύναμο και ολοκληρωμένο έργο- δεν προϋποθέτει απλά ή αποκλειστικά μολύβι ή μελάνι και χαρτί, και σίγουρα δεν είναι μια αναπαράσταση ή μία επεξήγηση ή έστω η έκφραση ασυνείδητων νοητικών συνδυασμών, δεν είναι απλώς ένα γρήγορο σκίτσο. Για μένα έχει να κάνει περισσότερο με τρόπο σκέψης και με μια εννοιολογική προσέγγιση σε όλα αυτά τα ζητήματα που το ίδιο το σχέδιο προϋποθέτει και εγείρει, δηλαδή, σημείο, ίχνος, γραμμή, υφή κλπ., είναι ένα ταξίδι που ξεκινά το σημείο ή η γραμμή, και είναι η πορεία αυτής της διαδρομής και ο πλούτος της.



Little Red Riding Hood I, 2001, χρωματιστό μολύβι σε ριζόχαρτο, 38 x 38 εκ.

Ιωάννη Αποκάλυψη, 2004, αποτύπωμα καρμπόν σε χαρτί, 42 x 32 εκ.



Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα, 2006, αποτύπωμα καρμπόν σε χαρτί, 42 x 32 εκ.



Between the Lines II, 2002, γραφίτης σε διαφανές χαρτί, 70 x 70 εκ.



Αρκαδικό Τοπίο I, 2006, τρύπες με βελόνα σε χαρτί, 40 x 52 εκ.



Άποψη από την έκθεση Σε ενεστώτα χρόνο. Νέοι Έλληνες Καλλιτέχνες, 2007

Δάντη, Θεία Κωμωδία, Κόλαση, 2007
Mολύβι conté σε mdf, 220 x 120 εκ.

Δάντη, Θεία Κωμωδία, Παράδεισος, 2007
Μολύβι conté σε mdf, 220 x 120 εκ.



Άποψη από την έκθεση Transexperieces Greece 2008

Σύλβια Πλαθ: Το χαµένο ηµερολόγιο, 2008, χαρτί, µαύρη κλωστή, 21 x 500 εκ.



Σύλβια Πλαθ: Το χαµένο ηµερολόγιο, 2008, χαρτί, µαύρη κλωστή, 21 x 500 εκ. (λεπτομέρεια)

Friday, May 2, 2008

ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
PETROS CHRISOSTOMOU

O Πέτρος Χρυσοστόμου συζητάει με τον δημοσιογράφο Φοίβο Σακαλή.
Petros Chrisostomou in conversation with journalist Foivos Sakalis.

Thursday, April 24, 2008

ΙΡΙΣ ΤΟΥΛΙΑΤΟΥ – IRIS TOULIATOU

Συνέντευξη μέσω e-mail της Α. Βαλκανά με την Ίριδα Τουλιάτου στο πλαίσιο του προγράμματος «Προφορικές Ιστορίες»

Ίρις καλημέρα,

Έχεις κάνει σπουδές πάνω στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στη συνέχεια σπούδασες ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα (εργαστήριο Γ. Ψυχοπαίδη) και στην Ecole Nationale Superieure des Beaux Arts στο Παρίσι (atelier Guillaume Paris/Annette Messager). Πόσο πιστεύεις ότι όλη αυτή η διαδρομή σε διαφορετικές σχολές, δασκάλους, χώρες επηρέασε τον τρόπο σκέψης σου και τι εμπειρίες έχεις αποκομίσει;


Η πορεία αυτή --ή τουλάχιστον η αρχή αυτής -- είναι κατά κύριο λόγο ενδεικτική του τρόπου σκέψης μου και των ανησυχιών μου. Φυσικά και η τετραετής θητεία μου στην Πάντειο, όσο και αν την αμφισβήτησα τότε, στάθηκε τελικά ένα ξεκίνημα με εμφανή τα σημάδια του π.χ στον τωρινό τρόπο επιλογής και επεξεργασίας της θεματολογίας μου. Επίσης, η απόφασή μου να παραμείνω στο Παρίσι σίγουρα έχει σχέση τόσο με τα οφέλη και τις επαγγελματικές και μη εμπειρίες και ευκαιρίες που αποκομίζω ζώντας εδώ, όσο και με μία έντονη ακόμα ανάγκη για περαιτέρω κινητικότητα και αναζήτηση τόπων, ανθρώπων και ιδεών .

Ζεις και εργάζεσαι, εκτός από την Αθήνα και στο Παρίσι. Ποιες οι σχέσεις σου με τους γάλλους δασκάλους σου και γενικότερα με την καλλιτεχνική σκηνή του Παρισιού;

Ζω και εργάζομαι κυρίως στο Παρίσι εδώ και τέσσερα χρόνια. Για μία πόλη σαν το Παρίσι, με ιδιαίτερη νοοτροπία και μία σχετικά κλειστή διάθεση αυτό αποτελεί ένα μικρό ή μάλλον ένα βασικό διάστημα παραμονής. Παρόλα αυτά θεωρώ ότι ήδη είχα την τύχη να γνωρίσω, να συναναστραφώ και να συνεργαστώ με σημαντικά πρόσωπα της ευρύτερης εικαστικής σκηνής και ιδιαίτερους, δημιουργικούς ανθρώπους που έρχονται από παντού και συνθέτουν μία αρκετά ζωντανή σκηνή, που ανανεώνεται και εξελίσσεται θέτοντας το γεωγραφικό της πλαίσιο ως σημείο συνάντησης .

Στο πλαίσιο των ερευνών σου έχεις συμμετάσχει σε ομαδικά projects, όπως για παράδειγμα στο Making Air, για το Observatoire de Paris το 2006. Πώς προκύπτουν αυτές οι συνεργασίες και πώς λειτουργείς μέσα σένα ομαδικό πνεύμα; Τί σε ελκύει σε τέτοιου τύπου συλλογικές δράσεις;

Αυτές οι συνεργασίες προκύπτουν ή πρέπει να προκύπτουν από σχέσεις αμοιβαίας εκτίμησης και είναι αποτελέσματα ευτυχών συμπτώσεων και συγκυριών. Εξαιτίας της εύθραυστης και της απρόβλεπτης φύσης τους, τέτοιου είδους projects με ενδιαφέρουν και με προκαλούν ιδιαίτερα γιατί ακριβώς προτείνουν και προκαλούν μία διαφορετικού τύπου δράση και αντίδραση εκ μέρους των καλλιτεχνών. Χαίρομαι λοιπόν που μέσα στο πλαίσιο αυτό εγγράφονται δυο σημαντικές προσεχείς δραστηριότητές μου, πρώτον ως artist in residence στο Pavillon του Μουσείου Palais de Tokyo στο Παρίσι και δεύτερον με την συμμετοχή μου σε μια work in progress έκθεση στο Shunt του Λονδίνου, τον Οκτώβριο.

Στα projects σου συνδυάζεις τη ζωγραφική, το σχέδιο, τη φωτογραφία, τις κατασκευές, την αρχιτεκτονική, την επιστημονική, ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, κάποτε τη στατιστική, τη γεωγραφία, την τεχνολογία. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα γοητευτικό, όμως πόσο εύκολο είναι στην πράξη να διατηρείς με τέτοια εποπτική γνώση της τέχνης, της επιστήμης, της ζωής;

Φαντάζομαι ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο. Δεν νομίζω ότι σκοπός μου είναι να διατηρώ «εποπτική γνώση της τέχνης, της επιστήμης, της ζωής». Η δουλειά μου σίγουρα βασίζεται σε γεγονότα ιστορικά (με την έννοια του αληθινού) και μη, τα οποία με ενδιαφέρουν, με συγκινούν και με βάζουν σε διαδικασία παραγωγικής σκέψης. Είναι λοιπόν δυνατόν να αναφέρομαι σε ένα άρθρο πολιτικής ή οικονομικής επικαιρότητας στην εφημερίδα ή/και στην διαπλοκή των χαρακτήρων σε μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας π.χ. του J.G.Ballard. Το υλικό αυτό υποστηρίζει και προωθεί την αρχική μου ιδέα γι αυτό και το επεξεργάζομαι συστηματικά με την απαραίτητη όμως δόση συναισθηματισμού και αφέλειας αυτού που ανακαλύπτει μια νέα ήπειρο.

Μίλησες μας για τη διαδικασία σύλληψης και δημιουργίας ενός τέτοιου σύνθετου έργου. Πώς οργανώνεις τη δουλειά σου; Πώς ιεραρχείς τα διαφορετικά μέρη της; Τί χρόνο χρειάζεσαι για να την ολοκληρώσεις;

Συνήθως περνάω πολύ χρόνο στο Internet, πληκτρολογώντας λέξεις=κλειδιά στο google, αναζητώντας άρθρα και εικόνες και συγκεντρώνοντας βιβλιογραφία και στοιχεία τα οποία διαβάζω και αρχειοθετώ φανατικά μέσα σε φακέλους και υποφακέλους που τροφοδοτούν τωρινά και μελλοντικά (wanna be) projects. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος χρόνος ολοκλήρωσης ή εμφάνισης ενός έργου. Συνήθως όταν όλα πάνε καλά τα διάφορα μέρη της δουλειάς απλά βρίσκουν τη θέση τους, τον τρόπο και κυρίως τον λόγο ύπαρξή τους πριν και μετά από κάτι άλλο.

Μέσα από το έργο σου διερευνάς εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης της αρχιτεκτονικής και προτείνεις τη δημιουργία νέων κοινωνικών δομών, κανόνων και συμπεριφορών με στόχο τη βελτίωση των σχέσεων και την επίτευξη της ευτυχίας; Πόσο πραγματοποιήσιμες ή ουτοπιστικές πιστεύεις ότι είναι οι προτάσεις αυτές;

Η δουλειά μου κινείται στα σύνορα μεταξύ ενός φυσικού και υπερφυσικού χώρου, ερευνά την αρχιτεκτονική στα όρια της πραγματικότητας και της επιθυμίας, τον δομημένο χώρο, τους όγκους και τις φόρμες ως αποτελέσματα παρά-τεταμένων συναντήσεων. Τα εύθραυστα αυτά οικοδομήματα σχέσεων και συνύπαρξης που προτείνω είναι καθαρά συναισθηματικής φύσεως και θέτουν ζητήματα άγχους και ανησυχίας ως τους κυριότερους λόγους κατάρρευσής τους.

Μίλησες μας για το Building anxieties και την εγκατάσταση High hopes που παρουσίασες στο ΕΜΣΤ. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα της διαδικτυακής εταιρείας, που προτείνει λύσεις και ιδέες για τη δημιουργία ενός ιδανικού περιβάλλοντος;

Η διαδικτυακή αυτή εταιρεία στέκεται ακριβώς σε ένα transit, μεταβατικό χώρο μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, υλικού και άυλου και διαχειρίζεται ιδέες και προτάσεις «υλοποιήσιμες σε τεχνικό επίπεδο, επιθυμητές σε ανθρωπιστικό επίπεδο και απαραίτητες σε κοινωνικό» για να χρησιμοποιήσω αυτή τη φράση του Constant. Όλα μένουν ένα βήμα πριν την υλοποίησή τους, ενεργοποιώντας περισσότερο έναν χρόνο και χώρο σκέψης και δυνατοτήτων.
Για την έκθεση In present tense, η εταιρεία με corporate εμφάνιση, απομίμηση και κάθετη ανάπτυξη, όπως κάθε εταιρεία που σέβεται τον εαυτό της, επιχείρησε την πρώτη και υπερβολικά φιλόδοξη δημόσια εμφάνισή της.
http://www.buildinganxieties.com

Το Building anxieties είναι ένα έργο εν εξελίξει. Πώς σκέφτεσαι να το εξελίξεις;

Building anxieties είναι μια φράση που χρησιμοποιώ συχνά όταν περιγράφω το σκεπτικό πίσω από την δουλειά μου .
Κάτω από τον γενικό αυτό τίτλο συγκεντρώνεται μία σειρά έργων και πρακτικών πειραματισμών που βρίσκονται συνεχώς σε εξέλιξη και σχολιάζουν ζητήματα κοινωνικής ισορροπίας και status και τρόπους ένταξης, οριοθέτησης και προσαρμογής στο δομημένο περιβάλλον .

Σε κάποια projects σου, όπως για παράδειγμα στα έργα The garden and the fence και The Architecture of reassurance, έχεις ως αφετηρία κάποια clichés της αμερικανικής κοινωνίας για να διαπραγματευτείς σύγχρονα προβλήματα όπως η αποξένωση. Θα σε ενδιέφερε αντίστοιχα κάποια στιγμή να ασχοληθείς με τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας;

Πράγματι σημείο εκκίνησης της έρευνας είναι υπαρκτά κοινωνικά συστήματα και με αυτή τη λογική η ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και το αστικό περιβάλλον αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσες πηγές και εικόνες. Τα νέα μοντέλα γειτνίασης και επικοινωνίας που παρουσιάζονται πάντως, καταλήγουν να εισάγουν συναισθηματικές ισορροπίες και αποστάσεις που δεν καθορίζουν έναν πραγματικό χώρο αλλά έναν κυρίως ψυχολογικό.

Με αφορμή τη συμμετοχή σου στην έκθεση σε Ενεστώτα χρόνο, πώς σχολιάζεις τη σύγχρονη ελληνική τέχνη και κατά πόσο πιστεύεις ότι και εσύ ανήκεις σε αυτή;

Δεν μου είναι εύκολο να κάνω τέτοιους διαχωρισμούς και δηλώσεις, προτιμώ να μιλώ για συνεργασίες και «σχέσεις» τόσο με Έλληνες όσο και με ξένους καλλιτέχνες που εκτιμώ.

Ευχαριστώ πολύ









Friday, April 18, 2008

Μανταλίνα Ψωμά - Mantalina Psoma

Συνομιλία μέσω e-mail της Ελένης Γανίτη με την Μανταλίνα Ψωμά.

Μανταλίνα, πότε και πως προέκυψε η απόφασή σου να σχοληθείς με την τέχνη?

Η πρώτη μου ανάμνηση είναι όταν τεσσάρων περίπου χρονών πιάνω στα χέρια μου κηρομπογιές κι αρχίζω να ζωγραφίζω πάνω σε χαρτόνια. Η εμπειρία άσκησε μαγική επίδραση πάνω μου. Από τότε η ζωγραφική έγινε η αγαπημένη μου απασχόληση μέχρι που στην εφηβία πήρα την απόφαση, με την ενθάρρυνση και την παρότρυνση της δασκάλας του εργαστηρίου ζωγραφικής που παρακολουθούσα τότε, να ασχοληθώ επαγγελματικά με αυτήν.

Σπούδασες ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Βερολίνου. Γιατί επέλεξες να σπουδάσεις στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα? θεωρείς ότι αυτή σου η απόφαση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του έργου σου?

Ήξερα γερμανικά και καθώς η σχολή του Βερολίνου είχε καλή φήμη αποφάσισα να δώσω εξετάσεις εκεί. Αν δεν περνούσα είχα σκοπό αμέσως μετά να δώσω εξετάσεις στην σχολή της Αθήνας, αλλά δεν χρειάστηκε. Ασφαλώς και οι σπουδές στο Βερολίνο σε συνδυασμό με τις εμπειρίες που είχα ζώντας εκεί, πήγα στα 18 μου και έμεινα 15 χρόνια, διαμόρφωσε το έργο και την προσωπικότητά μου. Ουσιαστικά εκεί μεγάλωσα.

Μίλησε μας λίγο για τα χρόνια των σπουδών σου, τα πρώτα σου έργα και τις επιδράσεις που δέχτηκες από το περιβάλλον της σχολής σου αλλά και από τις επικρατούσες τότε εικαστικές τάσεις.

Η επικρατούσα τάση το ’85 που μπήκα εγώ στην σχολή, ήταν ακόμα ο «άγριος εξπρεσσιονισμός» (die Wilden) που δεν με συγκίνησε ποτέ ιδιαίτερα. Τα πρώτα χρόνια με επηρέασαν πιο «ήπιοι» εξπρεσσιονιστές όπως ο Emil Nolde ,πολλοί από το ρεύμα της “COBRA”, και παλαιότεροι Γερμανοι εξπρεσσιονιστές όπως ο Otto Dix. Κάποια στιγμή όμως στον δεύτερο με τρίτο χρόνο των σπουδών μου, συνειδητοποίησα ότι η «έκσταση» που ένιωθα όταν δούλευα ήταν περισσότερο σωματικής παρά διανοητικής φύσεως. Ένιωθα ότι αυτός ο τρόπος έκφρασης δεν με καλύπτει, προσπαθούσα να βρώ πώς θα μπορούσα να γεφυρώσω το συναίσθημα με την σκέψη. Έτσι δειλά δειλά άρχισα να προσεγγίζω τον ρεαλισμό αρχικά με επιρροές απ’ τον Bacon, στη συνέχεια «καθαρίζοντας» κάθε ίχνος εξπρεσσιονισμού, μέχρι που τα τελευταία δύο έτη των σπουδών μου, στο πτυχείο και το master δηλαδή, φτιάχνω την πρώτη σειρά με ρεαλιστικά έργα που απεικόνιζε εσωτερικούς χώρους στις αποχρώσεις του κόκκινου. Θυμάμαι τις ειρωνικές αντιδράσεις μερικών συμφοιτητών μου, ήδη τότε η ζωγραφική περνούσε κρίση και θεωρείτο «πεθαμένη» και πολλοί «πρώην» ζωγράφοι είχαν περάσει σε άλλα μέσα. Ευτυχώς όμως είχαμε μεγάλη ελευθερία από τους καθηγητές και μας άφηναν να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Βέβαια πέρασα πολλές κρίσεις ανασφάλειας και αποχής από τη ζωγραφική στα χρόνια που ακολούθησαν και ταλαντεύτηκα αρκετές φορές μεταξύ αφηρημένης και συγκεκριμένης ζωγραφικής προσπαθώντας όπως ο Richter να συνδυάσω και τα δύο, μέχρι που κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του ’90 αποφάσισα να κάνω αυτό που πραγματικά θέλω εγώ, αυτό που με «τραβούσε» πάντα, αυτό που «είμαι» εγώ και αφοσιώθηκα πλέον στην πιο συγκεκριμένη ζωγραφική, ψάχνοντας να βρω έναν τρόπο να πω αυτά που ίσως έχουν πει χιλιάδες άλλοι ,αλλά να βγαίνουν απ’ την εποχή μου και να μπορούν να συγκινήσουν.

Στη Γερμανία παρέμεινες αρκετά χρόνια και μετά το πέρας των σπουδών σου, αλλά σε αντίθεση με αρκετούς έλληνες καλλιτέχνες που επιλέγουν να παραμείνουν στο εξωτερικό εσύ αποφάσισες να επιστρέψεις στην Ελλάδα. Πότε και γιατί πήρες αυτή την απόφαση? Η επιστροφή σου επηρέασε το έργο σου?

Το ’99 όταν πια είχα αρκετά έργα και είχα αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, έχοντας κάνει και2-3 εκθέσεις στη Γερμανία, έδειξα τη δουλειά μου στη Μαρίνα Φωκίδη, η οποία το 2000 την παρουσίασε στο «Symbol» του Επενδυτή. Πολύ σύντομα ξεκίνησε η συνεργασία μου με την Ρεβέκκα Καμχή. Ήταν η κατάλληλη στιγμή, ένιωθα πλέον αρκετά ώριμη καλλιτεχνικά ώστε να μη με φοβίζει η «απομόνωση» της Ελλάδας που έτσι κι αλλιώς δεν υφίσταται πλέον, και με είχε κουράσει πια το μουντό κλίμα της Γερμανίας. Με την αφορμή της συμμετοχής μου σε μια ομαδική έκθεση που διοργάνωσε ο Αντωνίτσης στην Ύδρα το καλοκαίρι του 2000 παίρνω την απόφαση να επιστρέψω Ελλάδα.

Πώς σου φάνηκε η εικαστική κατάσταση στην Ελλάδα όταν επέστρεψες, ιδιαίτερα σε σύγκριση με αυτήν που επικρατούσε στο εξωτερικό όπου διέμενες? Αντιμετώπισες κάποιες δυσκολίες?

Τα χρόνια αυτά που είμαι Ελλάδα δουλεύω σαν Γερμανίδα! Επιτέλους βρήκα την ψυχική ηρεμία για να απομονωθώ στο εργαστήριό μου και να αφοσιωθώ στη δουλειά μου. Δεν ασχολήθηκα λοιπόν ιδιαίτερα με την εικαστική κατάσταση στην Ελλάδα. Απ’ τα λίγα που ξέρω μου φαίνεται πως και εδώ όπως και στη Γερμανία οι περισσότεροι ανακυκλώνουν τα διεθνή«trends» θέλοντας να είναι «πρωτοποριακοί» με αποτέλεσμα να μην μπορούν να βγάλουν τίποτε καινούργιο. Δυστυχώς και εδώ και εκεί οι περισσότερες σύγχρονες εκθέσεις είναι βαρετές τουλάχιστον για μένα. Όσον αφορά στον τρόπο επαγγελματικής επιτυχίας ενός καλλιτέχνη εδώ στην Ελλάδα επίσης δεν γνωρίζω πολλά δεδομένου ότι η συνεργασία μου με την Ρεβέκκα Καμχή έχει αποδώσει μέχρι τώρα εξαιρετικά.

Είσαι από τους λίγους νεότερους καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν τη ζωγραφική ως μοναδικό εκφραστικο τους μέσο και θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να μας μιλήσεις λίγο γι αυτό. Γιατί επιμένεις στη ζωγραφική? Επέλεξες από την αρχή να εκφραστείς καλλιτεχνικά μέσω της ζωγραφικής ή έχεις πειραματιστεί και με άλλα μέσα?

Εμμέσως έχω αναφερθεί στο συγκεκριμένο και παραπάνω. Ασχολούμαι με τη ζωγραφική γιατι είμαι ζωγράφος, γιατί αυτό είναι το μέσο που αγαπώ και καταφέρνω καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο, τουλάχιστον μέχρι τώρα. Στην προετοιμασία της δουλειάς μου όμως χρησιμοποιώ και άλλα μέσα. Τη φωτογραφία, φωτογραφίζω και η ίδια πολύ μαζεύοντας πρώτη ύλη για τη δουλειά, και τον υπολογιστή (photoshop), όπου επεξεργάζομαι πολλές ώρες το υλικό μου και δημιουργώ τα «προσχέδια» για τη ζωγραφική μου.

Από που αντλείς την έμπνευσή και τις εικόνες για τα έργα σου? Υπάρχει το αυτοβιογραφικό στοιχείο σε αυτά?

Με εμπνέουν πάντα οι ανθρώπινες σχέσεις, τα παιδιά, η ψυχανάλυση, το σινεμά, η λογοτεχνία, η φύση, η μουσική, ό,τι όλον τον κόσμο δηλαδή.
Νομίζω ότι και να ήθελε ένας δημιουργός να αποφύγει το αυτοβιογραφικό στοιχείο στα έργα του δεν θα τα κατάφερνε, πόσο μάλλον εγώ που δεν προσπαθώ κάτι τέτοιο. Δεν το επιδιώκω όμως τόσο πλέον όσο σε πιο παλιά έργα. Αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο, ώστε αβίαστα αυτό να εισχωρήσει και πολλές φορές το ανακαλύπτω πολύ αργότερα.
Συλλέγω εικόνες που μου προκαλούν κάτι από τη φύση, από εσωτερικούς χώρους, φωτογραφικά άλμπουμ, ταινίες, περιοδικά και τις αρχειοθετώ στον υπολογιστή. Κάποια στιγμή ενώ επεξεργάζομαι κάποια εικόνα αισθάνομαι ότι έχω μπροστά μου κάτι οικείο, σαν κάποια παιδική μνήμη να πήρε ξαφνικά μορφή, ή κάποιο ξεχασμένο όνειρο να εμφανίστηκε πάλι ή να με διακατέχει πάλι το ίδιο ακριβώς συναίσθημα που είχα κάποτε διαβάζοντας λόγου χάρη ένα αγαπημένο βιβλίο. Τότε ξέρω ότι είμαι σε καλό δρόμο.

Στα έργα σου υπάρχει έντονο το στοιχείο του ρεαλισμού, αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή? Θεωρείς ότι έχεις επηρεαστεί από άλλους καλλιτέχνες που χρησιμοποίησαν τον ρεαλισμό στο έργο τους?

Όπως είπα και παραπάνω σαφώς και είναι συνειδητή επιλογή ο ρεαλιστικός τρόπος έκφρασης γιατί μόνο έτσι μπορώ να συνδυάσω αυτά που αισθάνομαι με αυτά που σκέφτομαι και να τους δώσω μορφή. Έχω επηρεαστεί από τον Richter, τον Hockney, τον Hopper, αλλά κυρίως από πολύ παλαιότερους όπως τον Vermeer, Balthus, Degas, Lucas Kranach, Velazguez,Hans Holbein, Van Eyck, Pierro della Franncesca…

Οι πινακές σου δίνουν την εντύπωση μιας σκηνοθετημένης αφήγησης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι διηγούνται μια μικρή «ιστορία». Μίλησέ μας λίγο για τη διαδικασία αυτή της δημιουργίας του πίνακα, για τον τρόπο δηλαδή της «σκηνοθεσίας». Πώς επιλέγεις το «σκηνικό» και τους πρωταγωνιστές σου? Υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το χώρο και τους ήρωές σου και αν ναι αυτά επαναλαμβάνονται στα έργα σου?

Πράγματι, αν και θέλω κάθε πίνακας να μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα, πολλές φορές, ειδικά σε μικρότερους πίνακες ιδίων διαστάσεων, επιδιώκω και μία«ανάγνωση» σε σχέση με τη σειρά που θα τοποθετηθούν, η οποία θα μεταβάλλεται όταν η σειρά αλλάξει, έτσι ώστε ο θεατής να μπορεί να «φτιάξει» την δικιά του ιστορία.
Πώς επιλέγω το σκηνικό και τους πρωταγωνιστές μου? Νομίζω πως υπάρχει κάποια θολή εικόνα στο μυαλό μου για το τι περίπου θέλω κάθε φορά και όταν συναντώ κάποιο πρόσωπο, κάποιο χώρο ή τοπίο που μου την ανακαλεί, τότε το «συλλαμβάνω» και του κάνω τις απαραίτητες επεμβάσεις ώστε να μοιάσει σ’ αυτό που θέλω. Με την επεξεργασία βέβαια μπορεί να οδηγηθώ εντελώς αλλού και είτε να το αποδεχτώ είτε να το απορρίψω. Έχω στον υπολογιστή μου ένα τεράστιο αρχείο από φωτογραφίες που περιμένουν να χρησιμοποιηθούν κάποια στιγμή. Όταν το έναυσμα το δώσει μία φιγούρα, θα μου καθορίσει αυτή τον χώρο όπου θα μπει. Όταν ξεκινήσω απ’ τον χώρο πιθανώς να μείνω σε αυτόν και να μη χρησιμοποιήσω φιγούρα καθόλου. Σε κάθε περίπτωση η ουσιαστική δουλειά γίνεται ζωγραφικά, μέχρι η ατμόσφαιρα να ηλεκτριστεί, μέχρι το βλέμμα του πρωταγωνιστή μου να αποκτήσει κάτι απειλητικά ήρεμο και η ύπαρξή του κάτι το ανεξιχνίαστο, μέχρι να δώσω αυτή την ένταση που υπάρχει στις μεταιχμιακές καταστάσεις, λίγο πριν ή λίγο μετά τη μεγάλη απόφαση, λίγο πριν ή λίγο μετά την καταιγίδα, λίγο πριν ή λίγο μετά το «σημαντικό». Αυτό εξάλλου δηλώνουν συχνά και οι τίτλοι των έργων μου: «Η Αναζήτηση», «Η Προσδοκία», «Η Απομάκρυνση» κλπ.

Το έργο σου κινείται στο χώρο του σουρεαλισμού, όπως έχει κατά καιρούς ειπωθεί?

Νομίζω πως δουλεύοντας με τον τρόπο που εξήγησα παραπάνω αποκτούν οι πίνακές μου κάτι απόκοσμο χωρίς να υπάρχει όμως κανένα πραγματικά ανοίκειο στοιχείο κι έτσι βγαζουν ίσως κάτι σουρεαλιστικό. Ένας φίλος μου έχει χαρακτηρίσει τη δουλειά μου ως «triprealism» και μου φαίνεται πετυχημένο.

Τι επιδιώκεις να εκφράσεις μέσα από τους πίνακές σου?

Εκτός από αυτά που είπα ήδη, στόχος μου είναι να μπορέσω να αγγίξω με τα έργα μου τον θεατή, να τον συγκινήσω, ξαναδίνοντας στη ζωγραφική την χαμένη της δύναμη.

Στην έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης «Σε Ενεστώτα Χρόνο, Νέοι Έλληνες Καλλιτέχνες», συμμετέχεις με τα έργα «Η αναζήτηση 20» και «Σάββατο Βράδυ», μπορείς να μας πεις λίγα λόγια για τα έργο αυτά?

Δεν μου αρέσει να μιλάω για συγκεκριμένα έργα αλλά για το έργο μου συνολικά, του οποίου τμήμα είναι και αυτά που εκτέθηκαν στην έκθεση. Να πω μόνο για το έργο «η αναζήτηση 20» και για κάποιον που ενδιαφέρεται για τη δουλειά μου, αν αναζητήσει και τα προηγούμενα 19 της σειράς ή και τα επόμενα θα έχει την εμπειρία για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως, να το δει, δηλαδή, και σαν κομμάτι μιας ιστορίας.

Τέλος θα ήθελα να μας πεις αν αισθάνεσαι «νέα ελληνίδα καλλιτέχνης» και αν θεωρείς ότι υπάρχουν στα έργα σου κοινά στοιχεία με τα έργα άλλων ελλήνων καλλιτεχνών.

Δεν προσδιορίζω τον εαυτό μου ως μέλος της νέας γενιάς ελλήνων καλλιτεχνών. Βλέπω όμως κάποια κοινά στοιχεία με μερικούς άλλους νέους καλλιτέχνες, όπως για παράδειγμα τον Πάνο Κοκκινιά, τη Δήμητρα Λαζαρίδου και την Ντιάννα Μαγγανιά.

Η αναζήτηση 20, 2007

The quest 20, 2007

Σάββατο βράδυ, 2007
Saturday evening, 2007

Friday, April 4, 2008

Ηλίας Παπαηλιάκης - Η εικόνα ως σύμβολο

Ο Παπαηλιάκης είναι ένας καλλιτέχνης με αξιοσημείωτη προσωπική διαδρομή, με ιδιαίτερο στίγμα γραφής και ισχυρό credo πάνω στο τι σημαίνει εικόνα και με ποιο τρόπο μπορεί να την διαπραγματευτεί κανείς σήμερα. Έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο του Ιδρύματος Γιάννη και Ζωής Σπυρόπουλου κι έκανε σε μικρή ηλικία ατομική έκθεση στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Το 2001 όταν εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 49η μπιενάλε Βενετίας έλεγε: «Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η "κυρίαρχη εικόνα". Η εικόνα η οποία κατά κύριο λόγο έχει φτιαχτεί για να μεταφέρει ένα μήνυμα…. Δεν με ενδιαφέρει η προσωπική εικόνα που έχει κάποιος για τα πράγματα, με ενδιαφέρει η κεντρική εικόνα, αυτό που η Εκκλησία ονομάζει "εικόνα του Θεού", ο τρόπος με τον οποίο μια πολιτική οργάνωση εικονοποιεί τη συλλογική επιθυμία. Η εικόνα είναι ένα σύμβολο και ένα σύνθημα. Η εικόνα δεν υπάρχει ερήμην των εκάστοτε επιθυμιών τις οποίες ενσαρκώνει, ερήμην της ανάγκης την οποία καλύπτει».

Να λοιπόν το επίκεντρο της συλλογιστικής του έργου του Παπαηλιάκη, έργου που τον διαφοροποιεί από αρκετούς καλλιτέχνες της γενιάς του. Όταν πολλοί ανασκολοπίζουν ακόμη. εντελώς προσωπικές στιγμές του ιδιωτικού σε video αναγορεύοντας την «μαρτυρία» σε τέχνη, εκείνος αναζητά να αναμετρηθεί εκ νέου με την αρχέτυπη εικόνα. Το να ασκείς στην ουσία μια μετωνυμική τέχνη που επαναδιαπραγματεύεται έργα κλασσικών καλλιτεχνών με νέα δεδομένα σήμερα, σίγουρα δεν είναι απλή υπόθεση. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια φιλόδοξη απόπειρα αναμυθολόγησης της εικόνας στο εφαλτήριο όχι των μικροστιγμών της καθημερινότητας αλλά στην διελκυστίνδα των μεγάλων οραμάτων, των καθοριστικών στιγμών της ιστορίας της ανθρωπότητας.

«Η εικόνα είναι ένα σύμβολο και ένα σύνθημα» λέει ο Παπαηλιάκης. Δεν υπάρχει ίσως πιο χρήσιμη αλήθεια για έναν νέο καλλιτέχνη από αυτήν που διαπιστώνει πως η εικόνα είναι ένα σύμβολο. Το σύμβολο, όπως και η εικόνα αποτελούν μια συμπύκνωση επιλεκτικών σημασιών, αντανακλώντας το κοσμοείδωλο του καλλιτέχνη ή μια αντίληψη μιας συγκεκριμένης εποχής. Το έργο, όπως και το σύμβολο παράγουν φορτισμένες σηματοδοτήσεις αλλά παραμένουν «αφαιρετικά» ώστε να μπορούν να ερμηνευτούν με πολλαπλούς τρόπους. Ο Παπαηλιάκης με αυτήν την άποψη λοιπόν αρνείται στην πράξη μια τέχνη του ρεπορτάζ ή της προσωπικής αναμετάδοσης πληροφοριών έναντι μιας καταγραφής του συλλογικού γίγνεσθαι της εικόνας και στοχοθετώντας μια πλέον βαθύτερη κι αρχετυπική πρόσληψή της. Αν και γράφτηκε γι’ αυτόν ότι είναι μεταμοντέρνος καλλιτέχνης, ο ίδιος τόσο στον λόγο του όσο και στα έργα του υπερασπίζεται την ουμανιστική παράδοση της Δύσης.

Στα τρία σκοτεινά, υποβλητικά κι αφαιρετικά έργα που παρουσιάζει στην έκθεση ο Παπαηλιάκης μεγεθύνει λεπτομέρειες από έργα του Ρούμπενς, του Τιέπολο και του Τιντορέντο, απαλείφοντας τις λεπτομέρειες της αφήγησης και συνδέοντάς τα με λογοτεχνικές αναφορές. Δημιουργεί έτσι μια μετωνυμία αλλάζοντας δραματικά το πλαίσιο αναφοράς των έργων αυτών και μετουσιώνοντας το αρχικό τους μήνυμα. Όπως σημειώνει πολύ εύστοχα στον κατάλογο η επιμελήτρια Δάφνη Βιτάλη: « Η χρήση των έντονων αντιθέσεων φωτός και σκιάς ενισχύουν το δραματικό στοιχείο, και τα έργα μεταδίδουν μια υποβλητική ατμόσφαιρα που περιβάλλει κι αιχμαλωτίζει τον θεατή. Παρολαυτά το ζωγραφικό του θέμα είναι σχεδόν αθέατο. Η αναπαραστατική λεπτομέρεια απουσιάζει, τα περιγράμματα είναι ασαφή, ενώ οι μορφές χάνονται και την ίδια στιγμή αναδύονται μέσα από το σκοτάδι που έχει δημιουργήσει. Έτσι ο θεατής περισσότερο «υποψιάζεται» παρά αναγνωρίζει την σκηνή που έχει συλλάβει ο καλλιτέχνης. Οι σκηνές βίας που εκτυλίσσονται παρουσιάζονται εξευγενισμένες. Οι μάχες είναι αναίμακτες κι η επιθετικότητα προβάλλεται αμφίσημη καθώς δεν προσδιορίζεται ποιος είναι αυτός που επιτίθεται και ποιος το θύμα αλλά ούτε και το θέμα της διαπλοκής..[..] Αντικρίζουμε ένα σκοτεινό κόσμο γεμάτο οργή και παραλογισμό ο οποίος αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη παράλογη βία. Πρόκειται για μια ανώφελη διαδικασία, μια μάταιη δράση, μια μάχη με τον χρόνο η οποία βέβαια δεν έχει νικητή..»
Περισσότερα στο video που ακολουθεί..

Βασιλίκα Σαριλάκη



Friday, March 28, 2008

Έμι Αβόρα
Emi Avora


Έμι καλημέρα,

Με ευκαιρία τη συμμετοχή σου στην έκθεση «Σε ενεστώτα χρόνο, Nέοι Έλληνες καλλιτέχνες», του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και στο πλαίσιο του προγράμματος του ΕΜΣΤ «Προφορικές ιστορίες», θα ήθελα να κάνουμε μια σύντομη συζήτηση, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε καλύτερα τη δουλειά σου.


Είσαι από τις ελληνίδες καλλιτέχνιδες του εξωτερικού. Σπούδασες και ζεις στην Αγγλία. Μίλησε μας για τις σχέσεις σου με τους δασκάλους σου, τις επαφές σου με άλλους ξένους καλλιτέχνες, κατά τη διάρκεια των σπουδών σου και αργότερα, και πόσο πιστεύεις ότι οι σχέσεις αυτές επηρέασαν ή όχι τη διαμόρφωση της δουλειάς σου;

Πήγα στην Αγγλία μικρή και η προσαρμογή εκεί δεν ήταν εύκολη αρχικά. Ήταν δύσκολο για μένα, με την ελάχιστη γνώση που είχα, να καταλάβω τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα. Παρόλα αυτά προσαρμόστηκα σχετικά γρήγορα. Το αγγλικό σύστημα εξοπλίζει τους φοιτητές να καταλάβουν και να υπερασπιστούν το έργο τους εννοιολογικά, ενώ τεχνικά είσαι λίγο πολύ μόνος σου. Η έμφαση είναι στις ιδέες και στα «concepts» παρά στις τεχνικές και τα υλικά, και αυτό είναι καλό και κακό. Όταν άρχισα τις σπουδές η ζωγραφική είχε υποτίθεται πεθάνει ή ήταν προς το τέλος της. Αυτό βέβαια άλλαξε σιγά -σιγά. Πάντως οι σχέσεις που ανέπτυξα με τους δασκάλους μου και τους συμφοιτητές μου ήταν πολύ σημαντικές. Μέσα από αυτές τις σχέσεις (τα tutorials και τις καθημερινές συζητήσεις) η δουλειά εξελίχθηκε. Οι ίδιες σχέσεις με στήριξαν και μετά το τέλος των σπουδών, όπου είναι και μια από τις πιο δύσκολες περιόδους. Παρόλο που ήρθα από την Ελλάδα, προσπάθησα να συναναστραφώ με τους άλλους καλλιτέχνες στο Λονδίνο όσο πιο πολύ γίνεται ώστε να κερδίσω περισσότερο από την εμπειρία τους κατά τη διάρκεια των σπουδών. Ούτως ή άλλως, πάρα πολλοί καλλιτέχνες στο Λονδίνο ζουν εδώ, αλλά έρχονται από διάφορα μέρη. Υπάρχει μια αρκετά διεθνής ατμόσφαιρα που βοηθάει.

Παρότι είσαι νέα ελληνίδα ζωγράφος έχεις ήδη παρουσιάσει μια αξιόλογη εκθεσιακή δραστηριότητα στην Αγγλία, τη Νέα Υόρκη, την Ισπανία και αλλού, αντιπροσωπεύεσαι από τη Greenberg Van Doren Gallery στη Νέα Υόρκη και τα έργα σου ανήκουν σε αρκετές ξένες συλλογές. Πόσο εύκολο ήταν για σένα να δραστηριοποιηθείς στη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή; Πόσο πιστεύεις ότι ένας νέος καλλιτέχνης πρέπει να οδηγηθεί σε συμβάσεις ή να αναλωθεί σε κοινωνικού τύπου συναλλαγές, εις βάρος της δουλειάς του, προκειμένου να μπορέσει να «υπάρξει» στο καλλιτεχνικό στερέωμα;

Μερικοί νέοι καλλιτέχνες αντιπροσωπεύονται από γκαλερί αμέσως μετά τις σπουδές τους. Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει σε όλους. Η μεγαλύτερη δυσκολία για ένα νέο καλλιτέχνη στο Λονδίνο είναι να συνεχίσει να κάνει τη δουλειά του. Τα έξοδα είναι μεγάλα και συνήθως πρέπει να δουλεύει αλλού για να τα καταφέρει. Από αυτήν την άποψη πρέπει να συμβιβαστεί. Δεν έχει το χρόνο που θα ήθελε, δεν έχει όλη την ελευθερία που θα ήθελε κ.τ.λ. Υπομονή και επιμονή είναι απαραίτητα συστατικά. Οι κοινωνικές επαφές βοηθάνε αλλά δεν είναι και το πιο σημαντικό πράγμα. Η δουλειά πρέπει να αντέξει στο χρόνο και στα σκαμπανεβάσματα.

Σε μια εποχή όπου πολλοί νέοι δημιουργοί αξιοποιούν το διαδίκτυο και τις νέες τεχνολογίες για να εμπνευστούν και να παρουσιάσουν το καλλιτεχνικό τους έργο, εσύ αποφασίζεις να ασχοληθείς με τη ζωγραφική και να αξιοποιήσεις την ευρωπαϊκή παράδοση, όσον αφορά στο ίδιο το μέσο, στην τεχνική (λάδια) αλλά και σε πολλές περιπτώσεις και στην τεχνοτροπία. Εκτός από το μπαρόκ, που όπως έχεις κατ’ επανάληψη δηλώσει έχει αποτελέσει κύρια πηγή έμπνευσης για σένα, εγώ θα διέβλεπα εκλεκτικές συγγένειες με ζωγράφους και άλλων εποχών, όπως για παράδειγμα τους συνθετιστές και τον Van Gogh, ως προς τη χρήση του χρώματος, τις ιδιάζουσες προοπτικές, τα στροβιλιζόμενα μορφώματα, κ.τ.λ. Οι αναφορές αυτές είναι συνειδητές; Με ποιο τρόπο προσεγγίζεις και οικειοποιείσαι την ιστορία της τέχνης;

Επέλεξα να μη θεωρήσω την ιστορία της ζωγραφικής ένα ασήκωτο βάρος, αλλά αντιθέτως ένα λόγο για τον οποίο να συνεχίσω να ζωγραφίζω. Θα έλεγα ότι η ιστορία της τέχνης με επηρεάζει αλλά δεν έχω συνειδητά διαλέξει κάποιες τεχνικές τις οποίες έχω μιμηθεί. Απλά πολλές φορές βρίσκω μέσα από την ιστορία λύσεις σε προβλήματα που εμφανίζονται στα έργα μου. Διδάσκω επίσης ιστορία της μοντέρνας τέχνης και αυτό με έχει κάνει να εμβαθύνω και να καταλάβω μερικές πτυχές της περισσότερο. Βέβαια με ενδιαφέρουν και άλλες μορφές καλών και εφαρμοσμένων τεχνών.

Σε συνεντεύξεις σου αναφέρεις ότι εκτός από την ιστορία της τέχνης, τα σύγχρονα περιοδικά σου παρέχουν πολύτιμο υλικό για να δημιουργήσεις τους δικούς σου αρχιτεκτονικούς χώρους. Ο τίτλος της έκθεσης «present in the past», στην οποία συμμετείχες το 2006 εκφράζει, νομίζω, με τον καλύτερο τρόπο τη συνύπαρξη παρελθόντος και παρόντος στο έργο σου. Εσύ πως σχολιάζεις αυτήν τη φαινομενικά παράδοξη σύνθεση παλαιού και νέου που επιχειρείται στο ζωγραφικό σου έργο;

Κατά τη γνώμη μου η πιο επιτυχημένη ζωγραφική είναι αυτή που δεν καθορίζει ή καθορίζεται από χρονικά διαστήματα -η «αχρονική» ζωγραφική. Τα μοτίβα στα έργα μου δεν προέρχονται από μια συγκεκριμένη περίοδο αλλά από διάφορες πηγές. Υπάρχει μια περιέργεια για το παρελθόν και ένα όραμα για το μέλλον. Αυτά τα μοτίβα που από καιρό έχω και εξακολουθώ να μαζεύω συνθέτουν τα θέματά μου. Με ενδιαφέρει να δημιουργώ «χώρους» που αιωρούνται στο χρόνο ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, ανάμεσα σε γεωγραφικούς τόπους και αιώνες.

Στο έργο σου βλέπει κανείς μια εμμονή στους εσωτερικούς χώρους και την αρχιτεκτονική. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα της ζωγραφικής απεικόνισης παλαιών ή και πιο μοντέρνων χώρων;

Μετά από μια περίοδο αλλαγής, άρχισα να χρησιμοποιώ εικόνες από διαφημιστικά εσωτερικών χώρων που είχα ήδη μαζέψει. Από τότε ξεκίνησε μια οργανική εξέλιξη των έργων. Οι ιδέες σπρώχνουν το μέσο και το μέσο σπρώχνει τις ιδέες. Σκοπός μου δεν είναι η απεικόνιση ενός συγκεκριμένου χώρου. Οι χώροι υπάρχουν κάπως ως portals και δημιουργούν ένα οπτικό ταξίδι σε κάτι εκτός και πέραν του έργου.

Με εξαίρεση τα «αινιγματικά» πορτραίτα σου, από τους υπόλοιπους πίνακές σου έχεις αποκλείσει την ανθρώπινη παρουσία. Γιατί επέλεξες να απεικονίσεις «έρημους» χώρους;

Ενδιαφέρομαι να δημιουργήσω εικόνες που αφήνουν στο θεατή χώρο να ονειρευτεί. Χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη παρουσία στα έργα αυτομάτως θα δημιουργούσα μια αφήγηση στο έργο, ένα «narrative», οπότε ο ρόλος του θεατή θα άλλαζε από πρωταγωνιστικός σε ηδονοβλεπτικό. Αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους, αλλά βέβαια αυτό μπορεί και να αλλάξει.

Τα εσωτερικά σου στην πλειονότητά τους δίνουν την εντύπωση των μεταβαλλόμενων, συχνά διαστρεβλωμένωv, ασφυκτικών, κλειστοφοβικών ή ατέρμονων χώρων. Με τις ανορθόδοξες προοπτικές, τις περίεργες οπτικές, τις αιχμηρές γωνίες ή σε άλλες περιπτώσεις τα στροβιλιζόμενα κυκλικά μορφώματα που χρησιμοποιείς, δημιουργείται η αίσθηση μιας διασαλευμένης τάξης, μιας «απειλητικής πολυτέλειας». Πώς συνυπάρχει στο έργο σου η αιχμηρή κριτική της σύγχρονης πραγματικότητας με μια παράλληλη ονειρική, φανταστική και «αχρονική» πραγματικότητα;

Στα έργα μου υπάρχει το ονειρικό, υπάρχει και το υπερβολικό. Υπάρχει η υπέρβαση αλλά υπάρχει και η παρακμή. Η πρόκληση για μένα είναι να κρατώ αυτά σε ισορροπία. Το ονειρικό στο χείλος της παρακμής. Θα έλεγα ότι χρησιμοποιώ την πραγματικότητα και προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι εξωπραγματικό.

Στα περισσότερα έργα σου επαναλαμβάνονται τα ίδια θεματικά μοτίβα: καθρέπτες, σκάλες, πολυέλαιοι, πολλαπλές αψίδες, ψηλές οροφές κ.τ.λ. Τι ρόλο παίζουν τα στοιχεία αυτά και ποια η συμβολική τους;

Με το χρόνο κάθε καλλιτέχνης βρίσκει το λεξιλόγιο του με σκοπό να δημιουργήσει τη δική του οπτική γλώσσα. Τα μοτίβα αυτά είναι μέρος του λεξιλογίου μου και φυσικά το λεξιλόγιο είναι κάτι πολύ προσωπικό που εξελίσσεται με το χρόνο. Εκτός από πολυέλαιοι, οι καθρέπτες κ.τ.λ είναι επίσης τα δικά μου σημεία στον καμβά. Επαναλαμβάνοντας τά τα καθιστώ ως δική μου γραφή.

Μίλησες μας για το χρώμα. Γιατί υπάρχει αυτή η εμμονή, στα πρόσφατα κυρίως έργα σου, σε μια περιορισμένη χρωματική γκάμα, με πρωταγωνιστές το κόκκινο και το πράσινο;

Η παλέτα στα έργα μου είναι πολύ συγκεκριμένη. Τα έργα ξεπροβάλλουν σταδιακά από λαζούρες και διαφάνειες και παρότι υπάρχει ένα κυρίαρχο χρώμα, υπάρχουν και άλλα χρώματα που παίζουν το ρόλο τους στην όλη διαδικασία. Οι ματζέντες, τα βαθιά κόκκινα και πράσινα που χρησιμοποιώ με βοηθάνε να περιγράψω αυτή τη μεγαλειότητα που συνορεύει με την απόκρουση και την υπερβολή.

Η απόδοση του φωτός υπήρξε ανέκαθεν μείζον ζητούμενο για τους ζωγράφους. Πως αντιλαμβάνεσαι εσύ την έννοια του φωτός;

Το φως έχει τεράστια σημασία για τη δουλειά μου. Είναι εντελώς αυθαίρετο και με βοηθάει να σκηνοθετώ την ατμόσφαιρα και τη διάθεση του έργου. Επίσης το φως είναι αυτό που οδηγεί το θεατή, δια μέσου αυτού του οπτικού ταξιδιού, στο έργο. Είναι ένας τρόπος εισόδου μέσα στα έργα αλλά επίσης και ένα σημείο εξόδου.

Πώς σκέφτεσαι να εξελίξεις τη δουλειά σου; Σε παλαιότερα έργα σου απεικονίζονται εσωτερικά πιο λιτά, πιο αναγνωρίσιμα, πιο ήρεμα. Τα τελευταία χρόνια οι χώροι σου είναι πιο πολύπλοκοι, ταραγμένοι, υπερβολικοί. Τι πρόκειται να κάνεις από εδώ και πέρα; Σκέφτεσαι κάποια στιγμή να ασχοληθείς εκτενέστερα με εξωτερικούς χώρους- το έχεις ήδη κάνει κάποιες φορές στο παρελθόν- ή να διαφοροποιήσεις, ίσως, εντελώς τις αναζητήσεις σου;

Όλες οι αλλαγές μέχρι τώρα στο έργο μου έχουν γίνει αρκετά οργανικά. Πάντα προσπαθώ να προκαλέσω τους δικούς μου κανόνες και να πάω πιο πέρα από αυτούς. Μέσα από αυτό η δουλειά, ελπίζω, εξελίσσεται και προχωράει. Ήδη στα πιο πρόσφατα έργα μου βλέπω αλλαγές και ενδιαφέρουσες πιθανότητες για νέες κατευθύνσεις. Με ενθουσιάζει να εκπλήσσομαι εγώ η ίδια από τις αλλαγές της δουλειάς.

Μίλησες μας για τα έργα που εξέθεσες στο ΕΜΣΤ. Με ποιο σκεπτικό επέλεξες τα συγκεκριμένα και τι θέση πιστεύεις ότι έχουν στην έκθεση; Θεωρείς ότι αντιπροσωπεύουν κάποια συγκεκριμένη τάση της σύγχρονης ελληνικής σκηνής ή πιστεύεις ότι ως ελληνίδα καλλιτέχνιδα του εξωτερικού «μεταφέρεις», μέσω της συμμετοχής σου στην έκθεση, ένα «κομμάτι» της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής στον ελλαδικό χώρο;

Τα έργα στην έκθεση τα έκανα συγκεκριμένα για το Μουσείο. Ειδικά με το ‘parallel worlds’ ήθελα να δημιουργήσω ένα φιλόδοξο έργο που εμπεριέχει τις ιδέες και τον τρόπο που δουλεύω τα τελευταία δυο χρόνια περίπου. Είναι σίγουρο ότι το γεγονός, για παράδειγμα, ότι έχω μεγαλώσει στην Κέρκυρα έχει επηρεάσει τη δουλειά μου τόσο όσο και το γεγονός ότι έχω σπουδάσει και ζω στο εξωτερικό. Δεν μπορώ όμως να πω σε ποια σκηνή ή τάση ανήκει το έργο μου, μια και αυτά φαίνονται πολύ καλύτερα αναδρομικά.


Ιn silence, 2007


Parallel Worlds, 2007


Entrance

Forest


Pink mecca, 2006


Ribbons, 2006



Soft Velvet, 2007

Friday, March 21, 2008

Βαγγέλης Γκόκας - Νοτισμένα τοπία

Τα λεπταίσθητα, εξαϋλωμένα τοπία του Βαγγέλη Γκόκα είναι τόποι αναπόλησης, μνήμης και διαφυγής. Πρόκειται για έναν γερό ισορροπιστή που δείχνει μεγάλη ευχέρεια ή ταλέντο να κινείται ανάμεσα στην υλικότητα της φύσης και την πνευματοποίησή της. Τα γαλήνια μέρη που αναπαριστά αναφέρονται μάλλον σε έναν χρόνο παρελθόντα ή σε έναν τόπο «εκτός» που μας καλεί σε μια στοχαστική θέαση αλλά και μια επιστροφή προς τα έσω. Εύκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτά τα έργα ως νεορομαντικά μόνο που δεν θα αρκούσε μόνον αυτό. Υπάρχει σ’ αυτά και μια εννοιακότητα καθώς δεν είναι παρμένα από φωτογραφίες αλλά από άλλα έργα ζωγραφικής ενώ εμπνέονται κι από ταινίες. Το ένα τοπίο π. χ. στην έκθεση αναφέρεται σε ένα έργο του Claude Lorrain μόνο που έχει αφαιρεθεί ο αρχιτεκτονικός διάκοσμος ενώ το άλλο είναι εμπνευσμένο από την ταινία του Κίμ Κι Ντούκ «Άνοιξη, φθινόπωρο, χειμώνας.. Άνοιξη». Υπάρχει επίσης και μια ατμόσφαιρα που μεταδίδει ο Caspar Friedrich (χωρίς την τόσο έντονη έννοια του Υψηλού ή της υπαρξιακής αγωνίας) αλλά και η ομιχλώδης αχλύ των έργων του Terner. Η τονική ζωγραφική του, λουσμένη στο φως υποβάλλει και την αύρα της κινέζικης τοπιογραφίας.
Ο Βαγγέλης Γκόκας ωστόσο, δεν είναι ένας ζωγράφος που μας ωθεί να διασχίσουμε τα τοπία που μας δείχνει αλλά να προσηλωθούμε σ’ αυτά, να ατενίσουμε και να ονειρευτούμε. Δεν περιγράφει την φύση αλλά προσπαθεί να αποδώσει μια ιδεατή, νοητή κατάσταση που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια μέθεξη μαζί της.
Είναι μια ζωγραφική που «χτίζεται» με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι επίπεδη, να έχει πολλά πεδία ανάγνωσης και να εκτείνεται σε μια μεγάλη γκάμα επιλογών. Την δουλεύει με πολύ ρευστά χρώματα που επανατοποθετούνται στο τελάρο δημιουργώντας συνεχείς μεταλλαγές, έτσι που ακόμη και τα μικρότερα σημεία της να αρχίζουν και λένε την δική τους, ιδιαίτερη ιστορία.
Ο Γκόκας υπηρετεί εντέλει μια εντελώς ιδιοπρόσωπη τοπιογραφία που χτίζει σταδιακά μια προσωπική σφραγίδα και μυθολογία εικόνας.

Βασιλίκα Σαριλάκη


Χωρίς τίτλο
180x165 εκ. λάδι σε καμβά

Xωρίς τίτλο
180x165 εκ. λάδι σε καμβά


Xωρίς τίτλο
165 x 150 εκ. λάδι σε καμβά


Xωρίς τίτλο
180x165 εκ. λάδι σε καμβά


Xωρίς τίτλο
200x100 εκ. λάδι σε καμβά


Xωρίς τίτλο
200x200 εκ. λάδι σε καμβά



Xωρίς τίτλο
140x100 εκ. τέμπερα



Xωρίς τίτλο
200x200 εκ. λάδι σε καμβά



Xωρίς τίτλο
180x165 εκ. λάδι σε καμβά



Xωρίς τίτλο
180x165 εκ. λάδι σε καμβά



Xωρίς τίτλο
165x90 εκ. λάδι σε καμβά

Xωρίς τίτλο
200x200 εκ. λάδι σε καμβά

Xωρίς τίτλο
200x200 εκ. λάδι σε καμβά
Xωρίς τίτλο
210x100 εκ. λάδι σε καμβά

Η συζήτηση που ακολουθεί έγινε μέσω e-mail ανάμεσα στην τεχνοκριτικό Βασιλίκα Σαριλάκη και τον ζωγράφο Βαγγέλη Γκόκα.


Αγαπητέ Βαγγέλη,

Τα έργα σου στην έκθεση ήταν μια ευχάριστη έκπληξη ωστόσο αναρωτιέμαι πως έγινε ενώ η δική σου γενιά ήταν κυρίως προσανατολισμένη στις κατασκευές και στο video, εσύ ασχολήθηκες καθαρά με την ζωγραφική;

Αγαπητή Βασιλίκα,

Κατ΄ αρχήν ξεκίνησα από την Σχολή Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης το 1988. Το εργαστήριο του Βαγγέλη Δημητρέα που παρακολούθησα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην ζωγραφική. Αλλά και από την άλλη, σαν νέος φοιτητής εκείνο τον καιρό, οι εικόνες που είχα γύρω από την τέχνη ήταν περισσότερο εικόνες ζωγραφικής. Από την σχολή της Θεσσαλονίκης αποφοίτησα το 1994. Μετά έκανα ένα μεταπτυχιακό στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης· πάλι στην ζωγραφική.
Για να επανέλθω στην ερώτησή σου, νομίζω ότι η ενασχόληση με την τέχνη είναι κυρίως ζήτημα έκφρασης και όχι προσανατολισμού του εκφραστικού μέσου σε εποχικές τάσεις. Είναι καλό κανείς να υπακούει σε αυτό και μάλλον στην περίπτωσή μου, πες λίγο από τεμπελιά, λίγο από βιασύνη, επέλεξα την ζωγραφική για την αμεσότητα και την οικονομία της- έτσι νόμιζα.

Η δική σου ζωγραφική μπορεί να χαρακτηριστεί ως νεορομαντική.. κατά πόσον όμως είναι και εννοιολογική;

Κοίταξε, υπάρχει μια κάποια ρομαντική διάθεση όσον αφορά την χειρονομία και την έκφραση η οποία παραπέμπει στον ρομαντισμό, αλλά δεν είναι μόνο αυτό· από την άλλη ο τρόπος που διαχειρίζομαι το υλικό μου, αναφορές, εικόνες κ.τ.λ., και η τελική διατύπωσή τους εμπεριέχει αρκετά εννοιολογικά στοιχεία.

Υπάρχει επίσης και μια ατμόσφαιρα που μεταδίδει ο Caspar Friedrich αλλά και η ομιχλώδης αχλύ των έργων του Turner.

Ναι, ναι, υπάρχει αυτό. Μ΄ έχει επηρεάσει πολύ τα τελευταία 2 χρόνια ο Friedrich μόνο που τα έργα μου δεν φτάνουν στην ένταση ενός Friedrich αλίμονο.

Τα τοπία του Friedrich έχουν την αίσθηση της εγκατάλειψης, του Υψηλού αλλά και του ερείπιου, ενώ τα δικά σου είναι πολύ πιο συμφιλιωμένα, γαλήνια και ήρεμα… δηλαδή η ατμόσφαιρα μοιάζει αλλά τα δικά σου δεν έχουν έντονη την αίσθηση της αποστέρησης έχω την αίσθηση…

Ναι, όμως είναι τοπία σχεδόν άδεια· δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές ούτε αφηγηματικά στοιχεία. Για μένα τα τοπία αυτά φέρουν την συνθήκη του κενού, μια συνθήκη που στερεί την άμεση βιωματική προσέγγιση και εμπλοκή, διατηρώντας -έτσι τουλάχιστον θέλω να πιστεύω- μια απόσταση τόσο από μένα τον ίδιο όσο και από τον θεατή. Παρατηρώντας τα νομίζω ότι έχουν την αίσθηση του λίγο πριν – λίγο μετά.

Ναι αλλά αυτό μας οδηγεί σε κάποια τοπία Ζεν. Καθώς μάλιστα διαλέγεις και μια χρωματική γκάμα κυρίως γκρίζα .. και τελείως παλ υδαρή χρώματα. Μάλιστα ο τρόπος που χτίζεις την εικόνα μέσα από το φως δημιουργώντας μια τονική ζωγραφική δίνει και μια αίσθηση αποϋλικοποίησης, πνευματικότητας.
Σου αρέσει η κινέζικη και γιαπωνέζικη τοπιογραφία;


Ναι, πάρα πολύ.

Ένας ζωγράφος σαν και σένα θα μπορούσα να φανταστώ ότι εκτιμά και το έργο ενός Οικονόμου παρότι απέχεις πολύ από την θερμοκρασία των έργων του και τα ζεστά του χρώματα. Ωστόσο καθώς κι εκείνος επέλεγε την λιτότητα και τα σχηματοποιημένα σπίτια μέσα σε μια θαλπωρή υπάρχουν κάποιες σχέσεις.

Πρόσφατα είδα στην Πάτρα κάποια έργα του και πρόσεξα κι εγώ αρκετές ομοιότητες. Συμβαίνει όμως αυτό συχνά με τους καλλιτέχνες.

Εσύ αλήθεια πιστεύεις ότι η ζωγραφική επιστρέφει στις μέρες μας ξανά και θα εξακολουθήσει να συμβαίνει αυτό; Δες την περίπτωση της Λειψίας π. χ.

Πιστεύω ότι η όλη ιστορία περί του θανάτου της ζωγραφικής και της επιστροφής της είναι ένα ζήτημα τεχνητό και όχι ουσίας. Υπάρχει μια επιστροφή όπως π.χ. η σχολή της Λειψίας , αλλά αυτό δεν αφορά τόσο στους καλλιτέχνες, όσο την οικονομία της αγοράς της τέχνης.

Η ζωγραφική σήμερα έχει κάπως πολωθεί. Είτε είναι μια εννοιακή ζωγραφική που στηρίζεται στην φωτογραφία και την αναπαράσταση θυμίζοντας Gerhard Richter είτε μια ελεύθερη σχεδιαστική απεικόνιση. Η δική σου δουλειά έχω την εντύπωση ότι κινείται κάπου στην μέση.

Αυτή την στιγμή τα έργα μου είναι τόσο φωτογραφία όσο την αντέχω και τόσο ζωγραφική όσο την αγαπώ. Αν ήθελε να ορίσει κανείς το τι είναι ζωγραφική σήμερα είναι πολύ δύσκολο να καταλήξει κάπου. Αλλά δεν ξέρω και εάν είναι απαραίτητο.

Εσύ έχεις περάσει διάφορες φάσεις στην δουλειά σου; Υπήρξαν ανατροπές;

Ναι υπήρξαν πολλές κωλοτούμπες. Αν σκεφτείς ότι έφυγα από την σχολή μ’ έναν Αμερικάνικο εξπρεσιονισμό παρωχημένο και παρηκμασμένο και έφτασα μέχρι εδώ. Υπήρξαν πολλές αλλαγές.

Με ποιους ζωγράφους από την γενιά σου θεωρείς πως το έργο σου έχει κάποια επικοινωνία;

Υπάρχουν αρκετοί. Όπως ο Η. Παπαηλιάκης που δουλεύει μέσα από παλαιότερες φόρμες ζωγραφικής, ο Κ. Τσώλης, ο Β. Βασιλακάκης, ο Κ. Χριστόπουλος. Υπάρχει ένας διάλογος μεταξύ μας, έχουμε μια επικοινωνία, χωρίς ωστόσο αυτό να χαρακτηρίζει ένα ρεύμα ή μια συγκροτημένη ομάδα.

Δεν μπορούμε δηλαδή να μιλήσουμε για μια νέα σχολή ζωγραφικής στην Ελλάδα.
Ωστόσο το ζήτημα της ταυτότητας δεν υπάρχει ακόμη ως αίτημα;


Όχι. Στη νέα παγκοσμιοποιημένη συνθήκη ο προσδιορισμός της ταυτότητας, εθνικής, φυλετικής, ατομικής έχει να κάνει με ευρύτερα σύνολα, οικονομία, κουλτούρα, πολιτική όπου τα όρια συγχέονται και η οποιαδήποτε προσπάθεια ονοματοδοσίας ή ανάθεσης ρόλου ή ρόλων απαιτεί προσοχή.

Εσύ ποιο νομίζεις ότι είναι το σημαντικότερο προσόν της ζωγραφικής σου; Τι θέλεις να εκφράσεις περισσότερο από όλα;

Η ζωγραφική μου έτσι όπως την χτίζω είναι μια ζωγραφική που πιστεύω ότι θέλει χρόνο για να την δεις, δεν σε αρπάζει κατευθείαν με το που την βλέπεις. Δεν είναι ούτε η εικόνα η ίδια που σε τραβάει- ούτε καν το ίδιο το θέμα είναι τραβηχτικό. Δεν υπάρχουν βαθυστόχαστα νοήματα ή επαναστατικά – ανατρεπτικά μηνύματα· το μόνο που υπάρχει, αν υπάρχει, είναι μια προσωπική εμμονή. Η ερώτηση «τι θέλει να πει ο ποιητής;» τελικά παραπέμπει στο ίδιο το ποίημα.

Friday, March 7, 2008

Αθανάσιος Αργιανάς
Athanasios Argianas

Συνομιλία μέσω e-mail της Δέσποινας Ζευκιλή με τον Αθανάσιο Αργιανά για τις «Προφορικές Ιστορίες» του ΕΜΣΤ

Θανάση, πως προέκυψε το έργο με το οποίο συμμετέχεις στην έκθεση "Σε Ενεστώτα Χρόνο";

Το “Music By Lightness” με τα φύλλα χαλκού αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο concept όπου μετέφρασα αριθμητικά, σε βάρος, τη μελωδία ενός κανόνα/τραγουδιού (του οποίου οι στίχοι αποτελούν το κείμενο στο γλυπτό “Song machine 5”) και αντέστρεψα τα νούμερα ώστε να μιλήσω για “ελαφρότητα”. Η μετάφραση είναι κυριολεκτική, σαν ένα σύστημα που φτάνει σε ένα αποτέλεσμα ελεγχόμενο από εμένα. Η αναφορά στην “Endless Column” του Brancusi ήταν αρχικά μια ιδέα, αλλά στη διαδικασία εφαρμογής οι φόρμες άλλαξαν και έγιναν λιγότερο purist. Και βεβαίως είναι ένα μάταιο project - δεν υπάρχει κανένα λογικό συμπέρασμα στο να μεταφράσεις μουσική σε βάρος, είναι μια ημερομηνία κι ένα σύστημα που προτείνει πολλά πράγματα μαζί.

Τι σε ενδιαφέρει στα μουσικά όργανα του παρελθόντος;

Σπανίως οι αναφορές μου αφορούν ευθέως μουσικά όργανα, αλλά όταν συνέβη αυτό (με το theremin ή την ondes martenot) και τα δύο όργανα ήταν παραδείγματα ενδεικτικά της ουτοπικής διάθεσης των δημιουργών τους. Και ήταν επίσης εκκεντρικές εκδοχές του -τότε- μέλλοντος, του οράματος των δημιουργών τους και του μέλλοντος της δημιουργικότητας.

Με ποιόν τρόπο χρησιμοποιείς found material στη δουλειά σου;

Συνήθως χρησιμοποιώ την ίδια τη δουλειά μου σαν found material, όταν βασίζω, ας πούμε, ένα γλυπτό στη δομή ενός κειμένου από ένα παλιότερο έργο μου. Όταν όμως υπάρχει μια εξωτερική πηγή, είναι πολύ εμφανές, όπως το κείμενο του Apollinaire στην ατομική μου στις γκαλερί Max Wigram και The breeder, όπου απλά έφτιαξα ένα display structure για να παρουσιάσω το κείμενο κερματισμένο, με άλλη, νέα δομή.

Η μετάφραση ανάμεσα σε συστήματα και τρόπους σκέψης που δεν συνδέονται μεταξύ τους φαίνεται να αποτελεί κεντρικό πεδίο έρευνας στο έργο σου. Τι προσπαθείς να διερευνήσεις μεταφράζοντας ήχους και λέξεις σε αντικείμενα; - μια φαινομενικά παράλογη διαδικασία. Την ίδια την επεξεργασία των κωδίκων της μετάφρασης ως σύστημα;

Η μετάφραση είναι μια από τις μεθόδους που χρησιμοποιώ, παρόλο που όλες οι διαδικασίες/μέθοδοι που χρησιμοποιώ στη δουλειά μου είναι πολύ ελεύθερες ή ενστικτώδεις για να ονομαστούν μεταφράσεις. Για παράδειγμα στο 'Music By Lightness' το σύστημα είναι σχετικά σφιχτό, και πάλι όμως η πραγματοποίησή του δεν αντιστοιχεί κατ' ανάγκη στο σύστημα. Το μεταφρασμένο 'κείμενο' χρησιμεύει σαν βάση.
Πολλές από τις αποφάσεις δεν ανήκουν στο σύστημα το οποίο επιλέγω, ούτε προκύπτουν από αυτό, και εκεί βρίσκεται ο πυρήνας της δουλειάς.
Πρέπει να πω ότι δεν μεταφράζω ήχους ή λέξεις σε αντικείμενα, μια καλύτερη περιγραφή θα ήταν ότι μεταγράφοντας τη δομή ενός τραγουδιού ή το αρμονικό περιεχόμενο του στις διαστάσεις ενός αντικειμένου. Σαν να κωδικογραφείς ένα κείμενο σε ένα άλλο, χρησιμοποιώντας τις συγκριτικές αναλογίες τους, το περίγραμμά τους.
Ένα από τα δύο μόνο projects μέχρι τώρα που έχω χρησιμοποιήσει ένα αριθμητικό σύστημα ήταν όταν μετέφρασα ένα τραγούδι σε μονάδες βάρους, μια μάταιη ίσως αλλά και ποιητική χειρονομία της οποίας τα αποτελέσματα δείχνουν πολύ πιο ανοιχτά από τις αρχές της.
Πιο πρόσφατα χρησιμοποίησα την ίδια μέθοδο για να φτιάξω μια κολώνα από δίσκους η διάμετρος των οποίων αντιστοιχούσε σε έναν κανόνα. Το αποτέλεσμα θύμιζε αμυδρά το περιστρεφόμενο πορτρέτο του Μουσολίνι του Bertelli. Από την άλλη υπήρχε ένας μουσικός τη δεκαετία του '20 που έκανε ένα πείραμα χρησιμοποιώντας το περίγραμμα ενός γυναικείου προφίλ για να φτιάξει τη μορφή ενός κύματος… το οποίο με τη σειρά του είχε αναφορές σε μια διάλεξη του John Cage στα 60s...
Όλα αυτά δεν είναι ακριβώς 'μεταφράσεις' αλλά έχουν ήδη συμβεί. Φυσικά δεν περιμένω από το κοινό να τα αναγνωρίσει σε ένα έργο, και δεν είναι τόσο σημαντικό το να το κάνουν, αλλά όπως όλα σήμερα η πληροφορία βρίσκεται εκεί έξω αν την αναζητήσεις.
Όντως με ενδιαφέρει η πρακτική της μεταγραφής και της μετάφρασης αυτής καθαυτής, το πως οι ιδέες και τα ιδανικά αποτυπώνονται και κωδικογράφονται στο σχεδιασμό των αντικειμένων, οπότε μερικές φορές το φτάνω στα άκρα, όπως πιστεύοντας ότι με το να αντιστρέψω έναν αριθμό που συμβολίζει το βάρος μπορείς να μιλήσεις για την ελαφρότητα.
Ενδιαφέρομαι περισσότερο να τεντώσω και να συμπυκνώσω τις έμφυτες αποστάσεις ανάμεσα σε ένα αντικείμενο και στη διαδικασία της δημιουργίας του ή το περιεχόμενό του και το να παίζω μ' αυτές τις αποστάσεις.

Την ίδια στιγμή τα έργα σου προβάλλονται χωρίς υπότιτλους, δεν μεταφράζονται και μένουν ανοιχτά σε ερμηνείες αφήνοντας μεγάλο πεδίο συμμετοχής στο θεατή.

Ναι, μου αρέσει το έργο να είναι ανοιχτό, και γι αυτό και κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία τονίζω τη σημασία του να μην βλέπεις τα πράγματα κυριολεκτικά ή περιγραφικά
Για παράδειγμα, όταν βλέπεις ένα έργο που βασίζεται σε μια κυριολεκτική κωδικογράφιση ενός πράγματος σε ένα άλλο, το μόνο πράγμα το οποίο σίγουρα δεν αφορά είναι αυτή τη συγκεκριμένη κωδικογράφιση. Είναι σαν να λες ότι ένα ζωγραφικό τοπίο αφορά το εικονιζόμενο τοπίο...προφανώς και όχι.
Το έργο είναι φτιαγμένο με τόσο διαφορετικούς όρους προκειμένου να λειτουργήσει ενεργητικά, να μην αποκωδικοποιείται ή να εικονογραφεί απλώς ένα σημείο. Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις 3 ή 4 ομάδες διαφορετικών πραγμάτων στο ίδιο δωμάτιο έχεις πολύ χώρο να κινηθείς και μπορείς να κάνεις πολλές συνδέσεις. Και, όπως ευελπιστώ, παίρνεις μαζί σου μερικά από τα ερωτήματα αυτά και μπορεί αργότερα να δεις ή να ακούσεις κάτι που θα το νοηματοδοτήσει ξανά, είναι μια συνεχής διαδικασία, το να βλέπεις.

Τι ρόλο παίζει η μουσική στο έργο σου - δεδομένου και του ότι είσαι επαγγελματίας μουσικός;

Η μουσική είναι ένα άλλο επίπεδο, όπως το κείμενο, και χρησιμεύει στο να ανοίξει τα πράγματα από την άποψη της πρόσληψης, τον τρόπο με τον οποίο συνδέεσαι με το έργο, περιστρέφει τα πράγματα γύρω της, επηρεάζοντας το πως προσλαμβάνεις το υπόλοιπο έργο και στη συνέχεια εξαφανίζεται με το που τελειώνει το μουσικό κομμάτι.
Φυσικά, μερικές φορές δεν είναι εκεί ως υλική παρουσία, και άλλες δεν είναι εκεί καθόλου. Αλλά πιστεύω ότι η σχέση μου με τη δουλειά μου και το πως περιμένω να 'δουλέψει' είναι επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από τη μουσική - το πως φτιάχνεις και ιδιαίτερα το πως ακούς μουσική, το πως την αντιλαμβάνεσαι, το πως δίνεις περιεχόμενο σε μια κατάσταση πρόσληψης, όπως το να ακούσεις ένα μουσικό κομμάτι.

Διάβασα ότι οι πίνακες σου δίνουν την αίσθηση ότι φτιάχνονται με νυχτερινό φως. Ποια σημασία έχει αυτό για σένα;

Είναι ο τόνος των χρωμάτων τους που είναι επίτηδες νυχτερινός, χρησιμοποιώ ματζέντες και κυανά που είναι παράγωγα του τεχνητού φωτός. Πιστεύω ότι πρόκειται για κάτι που τοποθετεί τους πίνακες στο έργο μου ως σύνολο, και το πως τους βλέπω να λειτουργούν. Υποθέτω ότι υπονοούν μια νυχτερινή σκέψη σε αντίθεση με μια λογική, καθαρή πρωινή σκέψη.
Και πάλι δεν επρόκειτο για μια προ-αποφασισμένη πρακτική - όταν ξεκίνησα να ζωγραφίζω ξανά μετά από πολύ καιρό αφορούσε μια σειρά που λεγόταν ‘things living in the studio imagined late at night’ και στη συνέχεια στις ‘Braid series’ συνέχισα χρησιμοποιώντας τους ίδιους τόνους κάτι που μου φαινόταν ταιριαστό και σωστό αν και δεν ήξερα γιατί εκείνη την εποχή.

Με ποιόν τρόπο επαναδιαπραγματεύεσαι μοτίβα του παρελθόντος;

«Από το παρελθόν χρησιμοποιώ ιδέες που βρίσκω ότι έχουν δυναμική στο παρόν ή που έχουν κοινωνική ή πολιτική σημαντικότητα σε σχέση με την εποχή μας. Συμφωνώ σχεδόν με τον Ruskin, σε μια πιο ανοιχτή και up-to-date εκδοχή».
Το πως συλλέγουμε, καταγράφουμε και αποκωδικοποιούμε πληροφορίες μοιάζει να αποτελεί ένα ακόμη κεντρικό σημείο στο έργο σου. Θεωρείς ότι ένα τέτοιο είδος μετα-παραγωγής και επαναπλαισίωσης στοιχείων του παρελθόντος μπορεί να ενεργοποιήσει στοιχεία της παράδοσης/ ιστορίας στο σήμερα;
Δεν είμαι σίγουρος, πιστεύω ότι αυτό πρέπει να το απαντήσει το ίδιο το έργο. Το αν το κάνει σε εμένα (το να δώσει μια ενεργή διάσταση σε παραδόσεις/ ιστορίες του παρελθόντος) δεν έχει τόση σημασία αν δεν το κάνει το έργο.
Το έργο δημιουργείται σήμερα, και είναι φυσικά ένα προϊόν της εποχής του. Ζούμε σε μια εποχή που επιτρέπει σ' αυτό το είδος του έργου να υπάρχει και να διαβάζεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
Αν κοιτάξουμε τις έννοιες με τις οποίες έχουμε ασχοληθεί ήδη σ' αυτή τη συζήτηση, πιστεύω ότι οι περισσότερες είναι αρκετά σύγχρονα ζητήματα, παρότι έχουν πάντα ως αφετηρία τους ένα θέμα που συνδέεται με το παρελθόν.

Πιστεύεις ότι ο μοντερνισμός είναι ένα ανολοκλήρωτο project;

Πιστεύω ότι αυτό εξαρτάται από το αν γράφεται με κεφαλαίο ή μικρό Μ.

Αισθάνεσαι "νέος Έλληνας καλλιτέχνης";

Δουλεύω στο Λονδίνο και παίρνω ενεργά μέρος στην εκεί καλλιτεχνική παραγωγή. Δεν μένω σε ένα διαμέρισμα και η διεύθυνσή μου προσδιορίζει τι είμαι, αλλά εκεί είμαι μέρος μιας κοινότητας, μιας γενιάς. Δεν ξέρω τι σημαίνει “νέος Έλληνας καλλιτέχνης” εντός εισαγωγικών και δεν είμαι σίγουρος ότι ανήκω σ’ αυτή την ομάδα, γιατί δεν ξέρω αν μπορεί κάποιος ν’ ανήκει και στα δύο. Δεν έχει νόημα η “αυτό ή το άλλο” διάκριση, παρά μόνο σε φορολογικές δηλώσεις. Τη δική μου την κάνω στη Βρετανία.












Friday, February 29, 2008

Ανδρέας Αγγελιδάκης-Όταν ο χώρος ονειρεύεται...
Andreas Angelidakis-When space dreams...

Πρωτοπόρος αρχιτέκτονας, καλλιτέχνης χώρου και πειραματιστής της vitual αρχιτεκτονικής, ο Αντρέας Αγγελιδάκης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Από το 1994 όταν εξέθετε στο Magasin της Grenoble δίπλα στον γνωστό Ilya Kabakov την δεύτερη πόλη του, αποτυπώνοντας σε κατασκευές και κολάζ τις άναρχες ερειπωμένες προσόψεις των δυτικών προαστίων της Αθήνας, άφησε την υπογραφή του. Απλό ύφος, ξεκάθαρη γραφή, ρομαντισμός κι ευστροφία.
Επτά χρόνια μετά απο αρκετές πρωτοποριακές μελέτες, συνεργάστηκε με τον Μίλτο Μανέτα γιά τον δικτυακό τόπο Chelsea και παρουσίασε στην γκαλερί Breeder τρία εικονικά περιβάλλοντα.Το Mirrorsite,το Neen World και το Μελλοντικό Παρίσι.
Το 3D video Mirrorsite, έδειχνε αιωρούμενους καθρέφτες να αποκολλούνται ή να συγκολλούνται σε ιδεατά κτίρια μιάς διάφανης πόλης. Όλα κινούνταν σ’ ένα λυρικό, αφαιρετικό τοπίο εξαΰλωσης, σ’ έναν ατέρμονο αργό χορό, δίχως βαρύτητα. Γαλήνη, άπλετοι χώροι και μιά κρυστάλλινη καθαρότητα κυριαρχούσαν..
Το βλέμμα του καλλιτέχνη (η νοητή κάμερα) γύριζε νωχελικά σε συνεχή περιστροφή παρακολουθώντας την διαρκή σύνθεση κι αποσύνθεση του χώρου. Ενός χώρου που αναλυόταν ολογραφικά ενώ οι αντανακλάσεις του καθρέφτη δημιουργούσαν αμέτρητες εκδοχές..

Η άυλη, πλασματική εικόνα του υπολογιστή αποδεικνύεται προκλητική για τον Αγγελιδάκη. Γιατί τα νέα δεδομένα της ψευδαισθησιακής εικόνας και της έλλειψης βαρύτητας βρίσκονται στόν αντίποδα της κλασσικής αρχιτεκτονικής που λειτουργεί σε πραγματικό χώρο. Κι όμως, ο χώρος που δημιουργεί στα εικονικά του τοπία είναι ακριβώς ανακουφιστικός γιατί αποστασιοποιείται απο τις σκληρές, τεχνοκρατικές εικόνες που μας έχει συνηθίσει η cyber αρχιτεκτονική . Γιατί ο Αγγελιδάκης δεν καταφεύγει στα πρότυπα του υπολογιστή όταν σχεδιάζει «πραγματικά» κτίρια. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο δηλώνει, πώς θεωρεί την εικονική πραγματικότητα παράλληλη με την «αυθεντική»..
Η σχέση αυτή φαίνεται καθαρά και στο Neen World .Εκεί έπρεπε να στεγάσει εικονικά τους καλλιτέχνες του «ρεύματος neen» που συμμετείχαν στο site.Το αποτέλεσμα ήταν μακέτες απο studio καλλιτεχνών σε τρισδιάστατες εκτυπώσεις με την μέθοδο της στερεολιθογραφίας κάτι που παρουσιάζει και στην τρέχουσα έκθεση. Η σχεδίαση γίνεται στον υπολογιστή κι ο εκτυπωτής «ξεγεννάει» τρισδιάστατα γλυπτά!

Η αρχιτεκτονική του Αγγελιδάκη δεν παράγει σφοδρές, «βίαιες» εικόνες όπως εκείνες του Frank. Gehry, ή υπεροπτικά, περίκλειστα πλέγματα όπως του Calatrava που ανήκουν ουσιαστικά στον αιώνα που έκλεισε. Βρίσκεται πιο κοντά στην νέα, slow αρχιτεκτονική, που προτιμά τις φιλικές προς τον χρήστη διαπερατές κατασκευές, γεμάτες φως, με μια γλυπτική δομή που στηρίζεται σε patterns.. Τα έργα αυτά εμπνέονται από διάφορα ρεύματα τέχνης αλλά κι από την φύση, λειτουργώντας συμφιλιωτικά με το περιβάλλον. Δεν είναι αρχιτεκτονική που «επιβάλλεται» με μια αναχρονιστική μνημειακότητα. Είναι μια επιστροφή σε μικρότερες κλίμακες, με μια άλλη φιλοσοφία χώρου. Ενδεικτικό είναι το «συννεφόσπιτό του» που συνδυάζει την ζεστή νοσταλγία του ερειπωμένου με την χαρούμενη διάθεση του καρτούν, τo μεταφυσικό «Blue wave hotel» κι αρκετά άλλα. Μια παιγνιώδης διάθεση έρχεται να συμπληρώσει αυτήν την αρχιτεκτονική της αμεσότητας που γοητεύει τον θεατή.

Στην πλέον ώριμη περίοδό του, ο Αγγελιδάκης, καθηγητής πλέον στην Αρχιτεκτονική της Πάτρας, μας μιλάει στο video που ακολουθεί για τις αντιλήψεις του πάνω στην τέχνη της αρχιτεκτονικής, για τα project και τις προτιμήσεις του, την κατάσταση της Αθήνας και τις πιθανές παρεμβάσεις, την τέχνη στον δημόσιο χώρο, την νέα φιλοσοφία δόμησης, παλιούς, νέους αρχιτέκτονες και πολλά άλλα.
Βασιλίκα Σαριλάκη

Friday, February 22, 2008

Στέφανος Τσιβόπουλος- Η Συνέντευξη
Stefanos Tsivopoulos - The Interview

Συζήτηση μέσω e-mail με τον Στέφανο Τσιβόπουλο για τις 'Προφορικές Ιστορίες' του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Από τη Δέσποινα Ζευκιλή.















Στέφανε, ποια ήταν η αφετηρία του καινούργιου project 'Η Συνέντευξη' με το οποίο συμμετέχεις στην έκθεση Σε Ενεστώτα Χρόνο; Τι σε έκανε να ασχοληθείς με τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία;

Ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας αποτελεί ένα ορόσημο της σύγχρονης ιστορίας των Βαλκανίων και της Ευρώπης αλλά ο τρόπος με τον οποίο έχει καλυφθεί από τα media αποτελεί το πιο κατάλληλο παράδειγμα για το πως η εικονοποίηση της ιστορίας και της πραγματικότητας μπορεί να ερμηνευθεί και να παρερμηνευθεί την ίδια στιγμή. Στόχος του project είναι να προσεγγίσει τον τρόπο με τον οποίο ως θεατές διαβάζουμε και εισπράττουμε την πληροφορία που είναι κρυμμένη μέσα στην εικόνα.

Σε ποιο βαθμό έστησες αυτές τις συνεντεύξεις για να αποδομήσεις και να μελετήσεις την έννοια της συνέντευξης ως σύστημα αυτής καθαυτής;

Στο πρώτο βίντεο παρακολουθούμε την συνέντευξη που δίνει ένας βετεράνος του πολέμου σε κάποιο δημοσιογράφο. Ποιο είναι το γεγονός που μας κάνει να πιστεύουμε ότι αυτή η συνέντευξη δεν είναι στημένη; Προσωπικά δεν το γνωρίζω, αλλά οι περισσότεροι θεατές που είδαν το έργο θεωρούν ενστικτωδώς ότι πρόκειται για μια ''αληθινή συνέντευξη''.
Θεωρώ ότι η συνέντευξη είναι ένα κατασκευασμένο γεγονός τόσο όσο και το μυθοπλαστικό βίντεο. Οι ερωτήσεις, η επιλογή του χώρου, η θέση της κάμερας και εν τέλει το μοντάζ λειτουργούν με τέτοιο τόπο που το τελικό προϊόν πρέπει να εξυπηρετεί τις προθέσεις του δημιουργού, δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση του ανταποκριτή του BBC και δευτερευόντως την πραγματικότητα. Ο στόχος του δημοσιογράφου είναι να αναδείξει μια ιστορία, να περάσει συγκεκριμένες πληροφορίες και μηνύματα, να πείσει για το ότι είναι μια σημαντική εξομολόγηση για τον πόλεμο. Κι όλα αυτά μέσα στα πλαίσια και τις αρχές ενός οργανισμού όπως το BBC.
Υπάρχει μια τελική εκδοχή λοιπόν, που είναι αποτέλεσμα μιας επιλογής εικόνων και μηνυμάτων, και οφείλεται καθαρά στις υποκειμενικές προθέσεις του δημοσιογράφου. Σε αντιδιαστολή με αυτό το (ας το ονομάσουμε) documentary, που είναι προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας, βρίσκεται η παρουσίαση μιας μικρού μήκους μυθοπλαστικής ταινίας, η οποία βασίζεται στο διασκευασμένο σενάριο του documentary.
Σε αυτό το δεύτερο μέρος η συνέντευξη γίνεται το ίδιο το θέμα της ταινίας καθώς η κινηματογράφηση του γεγονότος περιλαμβάνει μέσα στο τελικό 'κάδρο' τους δύο επιπλέον συντελεστές (cameraman και διερμηνέα) που δεν φαίνονται ποτέ στην πρώτη συνέντευξη.
Αυτή από μόνη της η χρήση της κάμερας είναι σαν να παίρνει το μέρος ενός ενεργού θεατή που βρίσκεται μέσα στην ίδια τη συνέντευξη. Σαν να λέμε ένα πέμπτο άτομο. Έτσι ο θεατής μπορεί να μπει μέσα στη ροή της συνέντευξης και στον ίδιο το χώρο και να κοιτάζει από διαφορετικές γωνίες. Αποδομώντας το στερεότυπο της επίπεδης καταγραφής και της ευθύγραμμης κινηματογράφησης και αφήγησης προσπαθεί να 'δει' περισσότερο τις φιγούρες σε σχέση με το χώρο τους, τα πρόσωπα το ένα δίπλα στο άλλο, τις εκφράσεις σε ανύποπτες στιγμές, την 'εικόνα' της ίδιας της συνέντευξης παρά αυτή καθαυτή την πληροφορία της συνέντευξης.
Δίνοντας στο θεατή τη δυνατότητα να διαβάσει το σύστημα της συνέντευξης όπως αυτός θέλει. Ενδεχομένως αισθητικά, εικονικά, αλλά και πιο υποκειμενικά προς όλα τα επίπεδα αυτού του κλειστού συστήματος.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο ερευνά τη σχέση μεταξύ των τεσσάρων συντελεστών, με ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση του Άγγλου δημοσιογράφου με τον ντόπιο βετεράνο και την μεταφράστρια, όπου όλο αυτό λειτουργεί ως μια 'μεταφορά' για τη δυσκολία της επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών πολιτικών, πολιτισμικών, κοινωνικών συστημάτων. Αυτή η προσέγγιση μας ωθεί ακόμη ένα βήμα πιο μέσα στη λειτουργία της συνέντευξης και ταυτόχρονα μας δίνει τη δυνατότητα της εποπτείας της ως ενός συστήματος παρά ως ενός απλού μυθοπλαστικού γεγονότος.

Πόσο σε εξέπληξε το ''τελικό αποτέλεσμα''; Τι περίμενες ξεκινώντας και τι προέκυψε τελικά μέσα από τη διαδικασία του στησίματος και του επαναστησίματος της συνέντευξης;

Έχω σταθεί ιδιαίτερα στο γεγονός τις συγκινησιακής φόρτισης που προκαλεί το πρώτο μέρος με την εξομολογητική συνέντευξη του βετεράνου. Ο δημοσιογράφος στο τελικό μοντάζ που έκανε προσπαθούσε επιμελώς να αποφύγει κομμάτια της συνέντευξης όπου υπάρχει έντονη συγκινησιακή φόρτιση καθώς κάτι τέτοιο είναι ενάντια στις αρχές της 'αντικειμενικής δημοσιογραφίας'.
Επίσης ο τρόπος κινηματογράφησης παρόλο που είναι τόσο επίπεδος και στατικός δημιουργεί ένα ανθρώπινο πορτρέτο με τρομερό συγκινησιακό βάθος. Αυτό είναι κάτι που θα περίμενα να το δω περισσότερο στο δεύτερο μέρος του έργου, όπου με τους ηθοποιούς και τη μυθοπλασία οι δυνατότητες χειραγώγησης του συναισθήματος είναι πολύ πιο μεγάλες και χωρίς περιορισμούς, πράγμα όμως που τελικά δεν συνέβη.
Παρόλη τη δυνατότητα κατασκευής και ερμηνείας συναισθημάτων ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα βετεράνο αποστασιοποιημένο από τα συναισθήματα και τις μνήμες του πολέμου, και αυτό το κάνει συνειδητά!
Ενώ λοιπόν περίμενα ένα μυθοπλαστικό βίντεο γεμάτο συγκινησιακά στοιχεία και 'υποκειμενικές αλήθειες' σε αντίθεση με μια υπολογιστική ως ψυχρή δημοσιογραφική συνέντευξη συνέβη ακριβώς το αντίθετο.
Αυτό με εξέπληξε θετικά στην όλη διαδικασία καθώς δημιουργεί μια εσωτερική ισορροπία αλλά και αλληλεπίδραση στη σχέση των δύο βίντεο που απηχεί τις πρωταρχικές μου προθέσεις αλλά με έναν καινούργιο, τελείως απροσδόκητο τρόπο.

Σκέφτηκες ποτέ να δείξεις μόνο το τελικό βίντεο; Τι σε ενδιαφέρει στη συνύπαρξη των δύο αυτών βίντεο;

Όπως και η ζωγραφική του 17ου αιώνα είχε ένα περίπλοκο και εξειδικευμένο σύνολο κανόνων και όσοι κοιτούσαν αυτές τις εικόνες καταλάβαιναν κάθε σύμβολο και το τι συμβόλιζε έτσι και τώρα θεωρώ ότι υπάρχει μια πολυπλοκότητα γύρω από τον τρόπο άρθρωσης της εικόνας και της ποικιλίας των πληροφοριών που μας μεταφέρει.
Σε αυτό το σημείο ο ρόλος του θεατή είναι κρίσιμος καθώς το νόημα που αποκομίζει από το έργο είναι μια προσωπική υπόθεση, μια διαδικασία σύνθεσης και συγχρόνως αποκρυπτογράφησης των μηνυμάτων της εικόνας.
Με την παράθεση των δύο βίντεο με ενδιαφέρει ακριβώς να υπογραμμίσω τη σημασία του ρόλου του θεατή.
Θέλω να αντιμετωπίσω το θεατή όχι ως έναν απλό δέκτη, αλλά ως έναν ενεργό παρατηρητή. Ο ρόλος του αναπτύσσεται κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο βίντεο, ανάμεσα στις δύο διαφορετικές αίθουσες προβολής, ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς τρόπους κινηματογράφησης, ανάμεσα στην αίσθηση της επανάληψης αλλά και της απόκλισης του ενός βίντεο από το άλλο, ανάμεσα στην ομοιότητα και τον παραλληλισμό, ανάμεσα στην αίσθηση του αληθινού και του μυθοπλαστικού.
Το έργο προτείνει μια νοηματικά διαδραστική συμμετοχή του θεατή. Αυτή η συμμετοχική διαδικασία εξελίσσεται μέσα από μια σειρά ερωτημάτων και επιλογών που ο θεατής καλείται να κάνει για τον ίδιο του τον εαυτό. Καλείται να αποφασίσει για τη σχέση που θέλει να έχει με αυτά τα δύο βίντεο και με την ποιότητα της πληροφορίας που λαμβάνει και αυτό ορίζει κατά πολύ και το νόημα του έργου.

Τι αποκόμισες από την κατά πρόσωπο επαφή σου με την πραγματικότητα στη Σερβία; Σε ποιο βαθμό το έργο αυτό σε έκανε να σκεφτείς πάνω στην ταυτότητά σου;

Έμεινα στο Βελιγράδι για ενάμιση μήνα πηγαίνοντας χωρίς να έχω σχεδόν την παραμικρή επαφή και χωρίς να γνωρίζω τι θα αντιμετωπίσω. Η τύχη και το γεγονός ότι είμαι Έλληνας με βοήθησε να βρω γρήγορα τους ανθρώπους που χρειαζόμουν. Το project από μόνο του ήταν πολύ απαιτητικό καθώς έπρεπε να δουλέψω με δύο διαφορετικά συνεργεία παραγωγής εξαρχής. Εδώ όμως έπαιξε ρόλο το βαλκανικό ταμπεραμέντο και η πραγματική αφοσίωση των στενών συνεργατών μου που βοήθησαν στο να υλοποιηθεί το έργο σε υψηλό επίπεδο παραγωγής.
Η Σερβία πολιτικά και κοινωνικά είναι σε ένα μεταβατικό στάδιο έπειτα από πολύχρονη απομόνωση από την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο (νομίζω ότι μόνο στη Ρωσία μπορούνε να ταξιδέψουν χωρίς να χρειάζονται βίζα) και μεταξύ των δύο αντιφατικών πολιτικών πεποιθήσεων: από τη μία της φιλοευρωπαϊκής και από την άλλη της εθνικιστικής.
Αναζητούν μια εθνική ταυτότητα μετά από 50 χρόνια κομμουνισμού ή καλύτερα σοσιαλισμού (τύπου Τίτο) όπως λένε και οι ίδιοι, και δεν έχουν κάτι έτοιμο προς χρήση όπως για παράδειγμα είχαν τον καθολικισμό οι Πολωνοί. Όλο αυτό από τη μεριά έχει πολύ ενδιαφέρον ειδικά στο κομμάτι του πολιτισμού γιατί ακριβώς εκεί γίνονται όλες αυτές οι συζητήσεις και προσπάθειες ερμηνείας του τι σημαίνει να είναι Σέρβος. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν μια χώρα βρίσκεται σε ένα τέτοιο μεταβατικό στάδιο και αναζητά ταυτότητα. Κατ' επέκταση ο καθένας ψάχνει να ορίσει και την προσωπική του ταυτότητα.
Αυτό το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον και πολύ κοντά σε εμένα και από το λίγο χρόνο που έμεινα εκεί συνειδητοποίησα πόσο χρήσιμο και ενδιαφέρον θα ήταν για εμάς τους Έλληνες καλλιτέχνες να αναπτύσσουμε διάλογο με χώρες τόσο κοντινές σε μας γεωγραφικά, ιστορικά αλλά και πολιτισμικά όπως αυτές των Βαλκανίων. Θεωρώ ότι είναι μια ευκαιρία για να διαβάσουμε το σύγχρονο παρελθόν μας με έναν καινούργιο τρόπο και να επαναδιαπραγματευτούμε την πρόσφατη ιστορία μας. Σε αυτό το πλαίσιο δέχτηκα την πρόταση του Εναλλακτικού Κέντρου Κινηματογράφου του Βελιγραδίου να διοργανώσω μια παρουσίαση Ελλήνων film-makers και video-artists την άνοιξη του 2008.

Στο έργο που παρουσιάστηκε στη Μπιενάλε της Αθήνας ασχολήθηκες με την περίοδο της Χούντας. Δεν σε απέτρεψε το γεγονός ότι πρόκειται για μια υπερφορτισμένη περίοδο της ιστορίας που αποτελεί κλασικό σημείο αναφοράς;

Ακριβώς επειδή είναι 'κλασικό σημείο αναφοράς' θέλησα να το μελετήσω ώστε να έχω μια προσωπική εικόνα, από το να δανείζομαι την ίδια γνωστή άποψη για εκείνη την εποχή. Μετά από την έρευνα αυτή, που διήρκησε σχεδόν 3 μήνες ψαξίματος σε αρχεία, αποσαφήνισα πολλά πράγματα και αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο, και που ουσιαστικά πραγματεύεται και το έργο της Μπιενάλε, έχει να κάνει με τη χρήση της εικόνας ως μέσου προπαγάνδας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας μέσα από την καλλιέργεια μιας πολύ συγκεκριμένης αισθητικής. Μιας αισθητικής του θεάματος, που έχει αναφορές από τα ναζιστικά έργα της Leni Riefenstahl μέχρι τα μιούζικαλ του Broadway και που στοιχεία της μπορείς να βρεις ακόμη και στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Γιατί σε ενδιαφέρει η έρευνα πάνω στην ελληνική ιστορία;

Το έργο μου δεν ερευνά την ελληνική ιστορία όπως θα το έκανε ένας ιστορικός αναλυτής και ούτε καταπιάνεται με το σχολιασμό αυτών καθαυτών των συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων. Η έρευνα εστιάζει επιλεκτικά σε ιστορικές στιγμές από τις οποίες δανείζομαι εικόνες – ντοκουμέντα και τα οποία εντάσσω αναλλοίωτα μέσα στο έργο μου. Ίσως δεν θα ασχολιόμουν καθόλου με την Ιστορία αν δε με ενδιέφεραν οι συγκεκριμένες εικόνες. Και μέσα από αυτή την έρευνα με αφορά πρωτίστως η ανάλυση της πολιτικής, ιστορικής και αισθητικής εξέλιξης της εικόνας μέχρι το σήμερα.
Η τοποθέτηση αυτών των εικόνων μέσα σε ένα διαφορετικό εννοιολογικό πλαίσιο όπως αυτό της τέχνης και παραθέτοντας τες με άλλες μορφολογικές προσεγγίσεις της εικόνας, έχει ως αποτέλεσμα τη διάκριση μεταξύ αναπαράστασης και περιεχομένου, πράγμα που οδηγεί σε μια εκ νέου ανάγνωση και επαναδιαπραγμάτευση της εικόνας με την Ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο, βγάζοντας τες δηλαδή από το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο ανήκουν, επαναπροσδιορίζουμε και τη σχέση τους με το παρόν.

Το πως ένα έργο τέχνης επαναδιαπραγματεύεται την πραγματικότητα αποτελεί κεντρικό άξονα της δουλειάς σου. Με ποια έννοια σε ενδιαφέρει η διαδικασία της καταγραφής, το document μες σ' αυτό το πλαίσιο;

To document το έχω εντάξει πρόσφατα στη δουλειά μου και το χρησιμοποιώ ως την αναφορά στην πραγματικότητα. Από τη μια μεριά το document έχει αυτή τη δύναμη της καθολικής αποδοχής μέσα από την ιστορική διαδρομή που έχει διανύσει, που φτάνει να αποτελεί ένα δεδομένο, και ως τέτοιο με ενδιαφέρει, από την άλλη η οποιαδήποτε εικόνα/ ντοκουμέντο ακόμη και όταν προέρχεται από ένα ιστορικό, εθνογραφικό, πολιτικό, δημοσιογραφικό αρχείο, είναι μια αισθητική 'κατασκευή'.
Είναι μια αναπαράσταση της πραγματικότητας αλλά όχι η ίδια η πραγματικότητα. Αυτό βέβαια δεν συνιστά απαραίτητα διαστρέβλωση της πραγματικότητας ή της ιστορικής αλήθειας που αναπαριστά αλλά για μένα ως εικαστικό αυτή ακριβώς η μη αποσαφηνισμένη σχέση αισθητικής κατασκευής και ιστορικής αλήθειας με ενδιαφέρει πολύ. Μέσα από την αποκωδικοποίηση αυτού του δίπολου, προκύπτει και η επαναδιαπραγμάτευση της εικόνας, σε σχέση με αυτό που αναπαριστά, δηλαδή την πραγματικότητα.

Με ποιόν τρόπο σε ενδιαφέρει η ιστορία ως εικόνα-ες;

Διανύουμε μια εποχή όπου σχεδόν όλες οι δράσεις, ειδικά στο δημόσιο χώρο, καταγράφονται ως εικόνα. Το ότι απλώς περπατάς σε έναν δρόμο καταγράφεται από μερικές CCTV, από έναν-δυο δορυφόρους, από το Google Earth και ενδεχομένως από κάποιον που κινηματογραφεί περαστικούς μέσα από το σπίτι του.
Αυτή η μετατροπή μιας τόσο απλής δράσης σε εικόνα αποτελεί μια πληροφορία και ανάλογα αρχειοθετείται και ερμηνεύεται.
Είτε είναι κινούμενη εικόνα, είτε φωτογραφία η εικόνα έχει εξουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο διοχετεύεται η πληροφορία και οργανώνεται η επικοινωνία. Τα media έχουν καταφέρει να εικονοποιήσουν την πληροφορία, την ιστορία, το αληθές και το κατασκευασμένο, σε τέτοιο βαθμό που αποτελούν σημείο αναφοράς.
Η εικόνα έχει εξελιχθεί σε ένα είδος short cut για την πρόσβασή μας στην πραγματικότητα αλλά και στην Ιστορία. Και έχει καταφέρει να επιβάλει τους δικούς της κανόνες για τον τρόπο με τον οποίο συντελείται η πραγματικότητα και κατ' επέκταση η Ιστορία.
Θέλω να πω ότι η πραγματικότητα της εικόνας είναι πολύ πιο πειστική και δυνατή από την πραγματικότητα την ίδια.
Πολύ απλά αν το δεις στα νέα των 8, στην οθόνη του υπολογιστή σου ή του κινητού σου, στο billboard, υπάρχει!
Και η εικόνα του σήμερα κατασκευάζει κατά πολύ την ιστορία του αύριο.

Η έκδοση του περιοδικού Spot πώς εντάσσεται στο έργο σου;

To Spot δεν συνδέεται άμεσα με το έργο μου. Είναι περισσότερο ένας προβληματισμός γύρω από τον τρόπο με τον οποίο παράγεται το εικαστικό προϊόν στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Το Spot ως ιδέα ξεκίνησε τρία χρόνια πριν κατά τη διάρκεια συζητήσεων που λάμβαναν μέρος στα γραφεία του Manifesta Foundation στο Amsterdam. Με την ολοκλήρωση αυτών των συζητήσεων-παρουσιάσεων, των οποίων ήμουν ο ένας εκ των δύο συντακτών, θέλησα να εστιάσω περισσότερο στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και Νοτιοανατολικής Μεσογείου με στόχο την ανάλυση project και εκθέσεων που παράγονται σε αυτές τις περιοχές.
Το Spot λοιπόν είναι μια απόπειρα σύνδεσης σημείων/ πόλεων στο χώρο/ χάρτη, με στόχο να συνθέσουν μια εικόνα για το τι συμβαίνει σε αυτήν την περιοχή. Τι σημαίνει η παραγωγή εικαστικού προϊόντος σε αυτές τις χώρες, με ποιόν τρόπο αυτές οι παραγωγές που σε πολλές περιπτώσεις έχουν αδόκιμο χαρακτήρα, έρχονται να προσφέρουν στο κατεστημένο της τέχνης;
Γι αυτό και όσοι συμμετείχαν μέχρι τώρα στο Spot είναι καλλιτέχνες, θεωρητικοί ή επιμελητές μιλάνε για την προσωπική τους διαδικασία/ διαδρομή μέσα από τα project τους και τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν σε συγκεκριμένες περιοχές. Ενδεικτικά το Spot κάλυψε projects που έγιναν στην πράσινη γραμμή της Κύπρου, στο Κάιρο, την Παλαιστίνη, την Κωνσταντινούπολη.
Με ποιο τρόπο οι κοινωνικές δομές της εκάστοτε περιοχής επηρεάζουν την εικαστική παραγωγή; Τι κερδίζει ένας εικαστικός παραγωγός και τι χάνει μέσα σ' αυτή τη διαδικασία;
Τα περισσότερα project έχουν μια άμεση σχέση με το δημόσιο χώρο αλλά και με το πως η τέχνη μπορεί να αλλάξει ή τουλάχιστον να επηρεάσει τον διάλογο πάνω στο δημόσιο χώρο.
Για μένα το Spot είναι ένας τρόπος για να προσεγγίσω εγώ ο ίδιος καταρχήν διάφορες κοινωνικές δομές αλλά και νοοτροπίες ανθρώπων που ζουν και παράγουν τέχνη σε μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη πολιτισμικά περιοχή και που διαχειρίζονται με τόσο διαφορετικό τρόπο την καλλιτεχνική τους έμπνευση.

Σε ποιο βαθμό αισθάνεσαι 'Νέος Έλληνας Καλλιτέχνης';

Δεν ξέρω ποια είναι η ταυτότητα της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, τι σημαίνει να είσαι νέος Έλληνας καλλιτέχνης, ούτε ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτεχνικού προϊόντος που παράγεται στην Ελλάδα. Νιώθω Έλληνας εικαστικός επειδή μοιράζομαι αυτούς τους προβληματισμούς και όχι επειδή έχω απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.
Όπως για παράδειγμα, ενώ είμαι Έλληνας εικαστικός, τις παραγωγές των έργων μου, με εξαίρεση την Μπιενάλε της Αθήνας, δεν τις χρηματοδοτούνε ελληνικοί (κρατικοί ή ιδιωτικοί) φορείς αλλά κυρίως ολλανδικοί και ευρωπαϊκοί. Αυτό μου δημιουργεί μια σύγχυση σχετικά με το αν αυτό που παράγω μπορεί τελικά να λέγεται ελληνική τέχνη!