
Ήδη από τα πρώτα φιλμ της, η Ρεμπέκα Χορν κάνει αναφορές στο βουβό κινηματογράφο. Η επιλογή της να χρησιμοποιήσει φιλμ την εποχή που όλοι οι καλλιτέχνες τρέχουν να αγκαλιάσουν το βίντεο και τις ευκολίες του, δεν είναι μόνο αισθητική. Οι πρώτοι κινηματογραφιστές συχνά προσπαθούσαν, όπως και η Ρ. Χορν, να αποδώσουν κινητικές ιδιότητες σε ένα αδρανή όγκο. Αυτή η αίσθηση συγγένειας συνδυασμένη με θαυμασμό προς το πρόσωπο και το έργο του Μπάστερ Κήτον φαίνεται να είναι πίσω από την ταινία
Η κρεβατoκάμαρα του Μπάστερ. Βλέποντας κανείς το ρόλο που παίζουν στις ταινίες του Μπάστερ Κήτον οι αλλόκοτες κατασκευές και τα «ζωντανά» κτήρια που ταλαιπωρούν τους ήρωες του, καταλαβαίνει τις ομοιότητες που παρουσιάζει το κινηματογραφικό του έργο με τους γλυπτικούς προβληματισμούς της Ρ. Χορν. Η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η Μίσα, θαυμάζει τον Μπάστερ Κήτον σε υπέρμετρο βαθμό. Όχι μόνο προσπαθεί να τον μιμηθεί τοποθετώντας τον εαυτό της σε επικίνδυνες καταστάσεις, αλλά ψάχνει να βρει για αυτόν όσα περισσότερα στοιχεία γίνεται. Η έρευνά της την οδηγεί στο σανατόριο όπου ο Κήτον πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής του, το θεραπευτήριο Νιρβάνα. Οι έγκλειστοι του ιδρύματος, μετά τον απροσδόκητο θάνατο του γιατρού τους, ζουν χωρίς επιτήρηση και ικανοποιούν κάθε παράλογη επιθυμία τους, χωρίς όμως να δείχνουν καμία διάθεση να δραπετεύσουν από εκεί. Αφού περάσει διάφορες δοκιμασίες, η Μίσα θα καταφέρει να αποδράσει από το θεραπευτήριο. Όμως, όπως συμβαίνει και στις προηγούμενες ταινίες της Ρ. Χορν, η απελευθέρωση έρχεται ως συνέπεια ενός τραγικού θανάτου και ο θάνατος αυτός σχετίζεται με ένα αντικείμενο που ξαφνικά αποκτά ζωή. Η κολυμβήτρια Νταϊάνα Ντάνιελς αρνείται να κολυμπήσει για να σωθεί ενώ το αναπηρικό της καροτσάκι αποκτά τη δική του βούληση και συνεχίζει τη ζωή του χωρίς αυτήν. Οι σχέσεις ακινησίας και επιθυμίας, που αναπτύσσονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, επαναφέρουν προβληματικές που ξεκίνησαν στις πρώτες περφόρμανς της Ρ. Χορν με τις γλυπτικές προεκτάσεις σώματος σχολιάζοντας όμως και τα μεταγενέστερα κινητικά γλυπτά και εγκαταστάσεις της. Παράλληλα οι διαρκείς αναφορές στον πραγματικό Μπάστερ Κήτον από τους φανταστικούς ήρωες της ταινίας τονίζουν τη μυθική του υπόσταση μεταξύ πραγματικότητας και κινηματογράφου. Στο μοναδικό «ευτυχισμένο τέλος» του κινηματογραφικού έργου της Ρ. Χορν η Μίσα ολοκληρώνει επιτυχώς την αναζήτηση της μυθικής αυτής φιγούρας.
Rebecca Horn has been referencing the silent cinema since her very first films. At a time when artists were enthusiastically embracing video for its ease of use, her reasons for choosing film over video were more than aesthetic. R. Horn resembles film-makers of the silent era in her efforts to assign kinetic qualities to something inert. Seemingly, it is this sense of kinship, combined with her admiration for Buster Keaton and his work that underlies
Buster’s Bedroom. One has only to remember the role strange constructions and ‘living’ buildings play in making life hard for Buster Keaton’s heroes, to grasp the similarities between his cinematic oeuvre and R. Horn’s sculptural quests. Micha, the film’s main character, admires Buster Keaton to an immoderate degree. Apart from trying to mimic him by putting herself in dangerous situations, she also does everything in her power to find out all she can about him. Her research takes her to the sanatorium where Keaton spent the last days of his life: Nirvana House. The institution’s inmates, left unsupervised after their doctor’s unexpected death, satisfy their every peculiar desire but display no inclination to escape. After a series of trials and tribulations, Micha finally escapes from the sanatorium. But as in R. Horn’s earlier films, liberation comes as a consequence of a tragic death, and this death is linked to an object which suddenly comes to life. The swimmer Diana Daniels refuses to swim to save herself while her wheelchair acquires free will and lives on without her. The links between immobility and desire developed throughout the film recall issues R. Horn addressed in her early performances with sculptural body extensions, but also form a commentary on her later kinetic sculptures and installations. At the same time, constant references to the real Buster Keaton by the film’s fictional heroes highlight his mythical nature half-way between reality and the cinema. In R. Horn’s only cinematic ‘happy ending’, Micha’s search for this mythic figure ends in success.