Monday, October 15, 2007

Τι μουσεία θέλουμε σήμερα;
What museums do we want today?


Εκλεκτισμός ή πολιτισμική πολυμορφία; Μπορεί και πώς αντιτάσσεται κανείς στην επικρατούσα εκθεσιακή πρακτική του πολιτισμικά καθιερωμένου και δημοφιλούς, με προφανές το δέλεαρ της επισκεψιμότητας και το οικονομικό κίνητρο; Πώς πρέπει να αναπτυχθεί σήμερα μια νέα μουσειακή πολιτική; Αυτά και άλλα ερωτήματα συζητήθηκαν από έλληνες και άλλους ευρωπαίους διευθυντές Μουσείων και υπεύθυνους ιδρυμάτων στην εσπερίδα, στην οποία προσκληθήκαμε από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού το βράδυ της περασμένης Τρίτης στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Μιλώντας για τη σύγχρονη τέχνη, η αρχική διαπίστωση που τέθηκε στο τραπέζι, δεν αρκεί από μόνη της για να ερμηνεύσει φαινόμενα όπως, η ολοένα αυξανόμενη τις δυο τελευταίες δεκαετίες εμφάνιση σε μουσεία, μπιενάλε και άλλες διεθνείς διοργανώσεις μη ευρωπαίων καλλιτεχνών, ή η μεγάλη κινητικότητα καλλιτεχνών από τις περιφέρειες προς τα κέντρα (και το αντίστροφο), όπου εισάγουν ή παράγουν έργα in situ, και διεκδικούν την αναγνώριση και την προσέλκυση του ενδιαφέροντος ενός υπερεθνικού κοινού. Η αρχή είχε γίνει στο Παρίσι το 1989 με την ενδιαφέρουσα και αμφιλεγόμενη έκθεση του Jean-Hubert Martin Les Magiciens de la terre στο Κέντρο Ζορζ Πομπιντού, που έφερε στο προσκήνιο μια νέα γεωγραφία καλλιτεχνικής παραγωγής, άγνωστης έως τότε. Η συζήτηση για τον καλλιτεχνικό και πολιτισμικό αντίκτυπο της παγκοσμιοποίησης ανοίγει για τα καλά στο χώρο των μουσείων και κέντρων σύγχρονης τέχνης. Η ίδρυση του Ηaus der Kulturen der Welt στο Βερολίνο την ίδια χρονιά, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, που ανέδειξε, μέσα από διαπολιτισμικές συνεργασίες, πειραματικές αναζητήσεις σύγχρονων καλλιτεχνών από την Λατινική Αμερική, την Ασία και τον Αραβικό κόσμο.Ας κρατήσουμε μια κριτική ματιά. Η ανάγκη επανεξέτασης του δυτικοκεντρισμού στη μουσειακή πολιτική απελευθερώνει δημιουργικές δυνάμεις, ανοίγει νέα καλλιτεχνικά μέτωπα, εμπλουτίζει την πολιτισμική μας γνώση και εμπειρία. Από την άλλη μεριά, η διεύρυνση της καλλιτεχνικής αγοράς φέρνει μια νέα οικονομική διάσταση, που όμως δεν θα πρέπει να υπαγορεύσει καθ’οιονδήποτε τρόπο εκθεσιακές πολιτικές και μουσειακούς προγραμματισμούς. Μέσα από αυτά και άλλα ερωτήματα το ΕΜΣΤ από το ξεκίνημά του χάραξε μια ξεκάθαρη πολιτική πολιτισμικού πλουραλισμού και κυρίως διαπολιτισμικού διαλόγου έργων και καλλιτεχνών. Στη διασταύρωση και τη διατομή των πολιτισμών αναζητεί την αναγνώριση της διαφορετικότητας και την ενότητα.

Eclectism or cultural polymorphy? Could and how would one be opposed against the dominant exhibition practice of the cultural established and popular, with obvious the lure of attracting a large audience and the financial motive? How should a new museum policy develop today? These and other questions were discussed by Greek and other European museum directors and heads of institutions in the evening symposium in which we were invited by the Hellenic Foundation for Culture last Tuesday at the Byzantine Museum of Athens. Speaking about contemporary art, the initial ascertainment that was set on the table, is not enough on its own to interpret phenomena such as the continuously increasing over the last couple of decades appearance in museums, Biennials and other international organisations of non European artists, or the large mobility of artists from the peripheries to the centres (and the opposite), where they import or produce works in situ, and claim the recognition and the attraction of interest of an over-national public. The beginning was made in Paris in 1989 with the interesting and controversial exhibition of Jean-Hubert Martin Les Magiciens de la terre at the Centre Georges Pompidou which brought in the foreground a new geography of artistic production, unknown until then. The discussion on the artistic and cultural impact of globalisation opens up for good in the area of museums and centres of contemporary art. The foundation of Haus der Kulturen der Welt in Berlin the same year, is a characteristic example which revealed, through transcultural collaborations, experimental quests of contemporary artists from Latin America, Asia and the Arab world. Let’s keep a critical look. The need for re-evaluation of west-centrism in museum policy releases creative forces, opens up new artistic fronts, enriches our cultural knowledge and experience. On the other hand, the expansion of the artistic market brings a new economic dimension, which should not however dictate in any way, exhibition policies and museological programming. Through these and other questions the EMST designed from its beginning a clear policy of cultural pluralism and mainly transcultural dialogue of works and artists. In the crossing and the intersection of cultures it seeks the recognition of difference and unity.

Images:
Kimsooja, Bottari, 2000, “Partage d’exotismes”, V Lyon Biennale, view of the installation. Courtesy of the artist

Shirin Neshat, Fervor, 2000 video installation shown in the exhibition Synopsis 2 – Theologies (EMST 2002). Courtesy of the Dakis Ioannou Collection, Athens

3 comments:

Anonymous said...

"ΤΙ ΜΟΥΣΕΙΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ" ;

Στην ελληνική πραγματικότητα, στο χώρο της σύγχρονης τέχνης, υπάρχει όντως "επικρατούσα εκθεσιακή πρακτική του πολιτισμικά καθιερωμένου και δημοφιλούς" ;
Ποιό είναι το πραγματικό κοινό της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα ;
Είχαμε ποτέ "μουσειακή πολιτική" στην Ελλάδα, ώστε σε αντιδιαστολή με την υπάρχουσα "να αναπτυχθεί σήμερα μια νέα μουσειακή πολιτική" ;
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι πολύ "επικίνδυνη" η δύναμη των διευθυντών-επιμελητών να δημιουργούν πολύ ενδιαφέρουσες στην αφήγηση και το στήσιμο εκθέσεις, οι οποίες όμως να απαρτίζονται απο περίπου ασήμαντα έργα άμοιρων καλλιτεχνών της μιας χρήσεως ;
Ο πειρασμός είναι μεγάλος γιατί μια σφιχτή αφήγηση μπορεί να δομηθεί ακόμη και με "σκουπίδια".
Δημιουργούνται σήμερα έργα τέχνης - "αριστουργήματα" ;
Η φιλοσοφία γύρω απο το έργο τέχνης - "αριστούργημα" έχει θέση στο χώρο της σύγχρονης τέχνης ;
Πρέπει να δίνεται έμφαση απο πλευράς επιμελητών στην αναζήτηση αν οχι "αριστουργημάτων" τουλάχιστον "αυθεντικών" έργων τέχνης ;
Εαν δεν υπάρχουν "αυθεντίες-καλλιτέχνες" γιατί να υπάρχουν "αυθεντίες-επιμελητές" ;
Και αν δεν ειναι απαραίτητο να υπάρχουν ούτε οι μεν ούτε οι δε, γιατί να υπάρχουν τα ΜΟΥΣΕΙΑ σύγχρονης τέχνης ;

Νίκος Τριανταφύλλου,
εικαστικός-μουσειολόγος.

Anonymous said...

Πολλά ερωτήματα. Στα περισσότερα δεν χωρούν μονοσήμαντες απαντήσεις. Μπορούμε όμως να ανοίξουμε μια συζήτηση γύρω από αυτά.

Καταρχάς στην Ελλάδα η ίδια η σύγχρονη τέχνη δεν είναι «πολιτισμικά καθιερωμένη», δεν αντιμετωπίζεται ισότιμα με προγενέστερες μορφές τέχνης και μάλιστα, από ορισμένους, δεν θεωρείται και δημοφιλής. Είναι, ή ήταν μέχρι πρότινος, η μεγάλη άγνωστη. Όσο πιο πειραματική ή έξω από τα καθιερωμένα καλλιτεχνικά πρότυπα, τόσο λιγότερο οικεία. Από το ξεκίνημά του ήδη το ΕΜΣΤ έπρεπε να παλέψει μ’ αυτούς τους μύθους και μ’ αυτή την πραγματικότητα. Κι ο μόνος τρόπος να το πετύχουμε, είναι να αντιπαραθέτουμε μια άλλη μουσειακή πολιτική, εκθεσιακή και συλλεκτική, ανοιχτή σε όλες τις μορφές τέχνης και διαπολιτισμική.

Για μένα μια έκθεση παραμένει πάντα ένα κείμενο. Κι αυτό κρίνεται. Όσο υπάρχει κριτική, τόσο λιγότερες –καλοστημένες ή μη- απάτες θα βλέπουμε. Και αλίμονο βλέπουμε κάμποσες.

Αν υπήρχαν αριστουργήματα σε άλλες εποχές, τότε σίγουρα δημιουργούνται και σήμερα. Η κάθε εποχή διαμορφώνει τα δικά της κριτήρια. Το επιφώνημα όμως, παραφράζοντας τον Βαλερύ, δεν παύει να αναπτύσσεται και σήμερα. Και λέγοντας αυτό, μου έρχονται στο νου κάποια από τα έργα του Bill Viola. Κι ας μην έλκομαι αποκλειστικά από τα «αριστουργήματα» της τέχνης.

Όσο για τις «αυθεντίες». Παλαιότερα μιλούσαμε για το θάνατο του συγγραφέα προς χάριν του κειμένου και του αναγνώστη. Σήμερα θα φτάσουμε να μιλάμε για θάνατο του αναγνώστη, ή μήπως και του κειμένου ακόμα; Και για χάρη τίνος αυτή τη φορά;
Εσείς, με τη διπλή σας ιδιότητα, τι νομίζετε;

Anonymous said...

Tα καλά Κείμενα είναι καλώς κείμενα.
Ο αναγνώστης πεθαίνει απο τα κακώς κείμενα κακά Κείμενα. Το ζήτημα είναι ποιά καλά Κείμενα θα παρουσιάσουμε καλώς και σε ποιούς αναγνώστες.

Η θέση αυτού που διαχειρίζεται τον πολιτισμό, όπως η διεθνής βιβλιογραφία έχει σημειώσει εδώ και καιρό, μπορεί να ταυτιστεί με τη θέση του "πολιτιστικού δημιουργού", αφού το "μουσείο γίνεται δείγμα μιας μεταπραγματικότητας (post-realism) που προβάλλεται ως νέα δημιουργική πράξη" (Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ).
Εδώ τίθεται το ζήτημα του καλού η κακού ΚΕΙΜΕΝΟΥ που παρουσιάζει ο συγγραφέας-επιμελητής στον αναγνώστη-κοινό. Πρός αποφυγή του "επικίνδυνου" ρόλου που ενδέχεται να διαδραματίσουν στη διαχείριση του πολιτισμού οι όποιες "αυθεντίες"-επιμελητές, ο κοινωνιολόγος Γρ. Πασχαλίδης προτείνει εδώ και δέκα χρόνια το μοντέλο της "αναστοχαστικής μουσειολογίας", που "ανακρίνει συστηματικά τις πρακτικές και τις επιλογές της, θέτοντας ερωτήματα όπως: Ποιο
είδος τάξης του κόσμου και ποιο καθεστώς γνώσης και αλήθειας επιβάλλουν οι εκθεσιακές κατηγορίες μας; Τι ακριβώς καθιερώνουμε και τι αποκλείουμε με τις συλλεκτικές πρακτικές και εφαρμογές μας; Σε ποιο κοινό απευθυνόμαστε και με τι αποτέλεσμα; O επιμελητής θα πρέπει να αποκαλύπτει τις αρχές , τις επιλογές και τη συλλογιστική της δουλειάς του. Ο επιμελητής οφείλει να εκθέτει εαυτόν μαζί με την έκθεση, δημιουργώντας έτσι τις προυποθέσεις για μια διαλογική, κριτική σχέση με το κοινό του μουσείου. H δουλειά του επιμελητή δεν είναι Υποδειγματική αλλά Παραδειγματική: Παρουσιάζει υποθέσεις και ερμηνείες και προτείνει διασυνδέσεις και συνάφειες ".

Με αυτή την έννοια, ασφαλώς και μία "άλλη μουσειακή πολιτική, εκθεσιακή και συλλεκτική, ανοιχτή σε όλες τις μορφές τέχνης και διαπολιτισμική" είναι ο μόνος δρόμος.

O Eric Moody, καθηγητής πολιτιστικής διαχείρισης και διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος "Arts Policy and Management" στο Πανεπιστήμιο City του Λονδίνου, ως εικατικός καλλιτέχνης ο ίδιος, εφιστά την προσοχή απέναντι στο διεθνώς διαμορφωμένο προφίλ του επιμελητή εκθέσεων σύγχρονης τέχνης. Αυτό το προφίλ προωθείται απο την αγορά σύγχρονης τέχνης υπέρ των λίγων και ευνοούμενων καλλιτεχνών και εις βάρος του εκδημοκρατισμού της σύγχρονης τέχνης και της κατανόησής της, που θα έπρεπε να αφορά και ευρύτερο κοινό και μεγαλύτερο εύρος καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο Ε. Moody θεωρεί μείζον θέμα το ζήτημα του τρόπου προβολής και παρουσίασης της σύγχρονης τέχνης, που, όντας ερμητική και αυτοαναφορική η ίδια, όταν εκτίθεται με βάση την προσωπική αισθητική και τα εξίσου ερμητικά κριτήρια των επιμελητών σύγχρονης τέχνης, συνεπάγεται στρεβλώσεις και απώσεις για το ευρύ κοινό και καταχρήσεις εξουσίας απο την πλευρά των επιμελητών. Οι συγγραφείς-επιμελητές οφείλουν να είναι υποψιασμένοι για τον βαθμό και τους τρόπους με τους οποίους η καλή η κακή διαχείρισή τους διαμορφώνει πολιτιστική πολιτική και επηρεάζει λειτουργίες της αγοράς τέχνης.

Ως εικαστικός, επηρεασμένος απο τις απόψεις του εικαστικού-μουσειολόγου Ε. Moody, σχολιάζω όλες τις παραμέτρους που προανάφερα, με το έργο μου Pic-Nic, που παρουσίασα στην έκθεση White Cube-Black Box, το Μάιο-Ιούνιο 2005, στο cheapart, στην Αθήνα. Το έργο αυτοχαρακτηρίζεται διόλου τυχαία ως A Very "Contemporary" Work of Art, χωρίς ημερομηνία λήξεως, και βεβαίως προτάσσει ως κύριο δομικό στοιχείο του "Few but roses". Η φράση "λίγα αλλά τριαντάφυλλα" υπήρξε η πρώτη απο τις πολλές μεταφορές φυτολογίας που περιέγραφαν στη Μεγάλη Βρετανία την τάση των επιμελητών-διαχειριστών πολιτισμού να επικεντρώνονται σε λιγους αλλά "εκλεκτούς" καλλιτέχνες-έργα.

Νίκος Τριανταφύλλου,
εικαστικός-μουσειολόγος.