Monday, November 5, 2007

Γέφυρες ανάμεσα στα μουσεία, τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες
Bridges between the museums, the archives and the libraries


Η αυξανόμενη ζήτηση και η πρωτοφανής χρηματοδότηση για την παραγωγή υψηλής ποιότητας ψηφιακού πολιτιστικού περιεχομένου από τους εμπιστευμένους αποθέτες πληροφοριών όπως τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες και τα αρχεία, έχει δημιουργήσει εμπόδια και προβλήματα στη μέθοδο τεκμηρίωσης αυτών των διαφορετικών αντικειμένων.

Μεγάλο μέρος αυτών των πληροφοριών είναι πλέον διαθέσιμο στο διαδίκτυο, αλλά ο ψηφιακός αυτός πολιτισμός από τα αποκαλούμενα «όργανα της μνήμης» είναι χαρακτηριστικά επιτακτικός, υψηλής ποιότητας, καίριος για την εκπαίδευση και την έρευνα και απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα των χρηστών του διαδικτύου. Είναι χρέος των ψηφιακών αποθετηρίων να δημιουργούν πλέον υψηλής ποιότητας ψηφιακό πολιτιστικό απόθεμα τόσο στη μορφή του όσο και στην τεκμηρίωση του, παρέχοντας πλούσιες πληροφορίες και μεταδεδομένα.

Εντούτοις, τα μουσεία, οι βιβλιοθήκες και τα αρχεία τείνουν να παράγουν πληροφορίες με ετερογενή δομή σε σχέση με την τεκμηρίωση.

Υπάρχουν σημαντικές εννοιολογικές επικαλύψεις στις συλλογές και των τριών οργανισμών και οι περιγραφές του περιεχομένου τους μπορούν να ποικίλουν σύμφωνα με τον Τύπο συλλογής, τη Θεματική Προσέγγιση, το Επίπεδο λεπτομέρειας της περιγραφής, κλπ

Λόγω αυτής της ποικιλομορφίας, κανένα περιγραφικό σχήμα δεν έχει επινοηθεί που να ικανοποιεί τις ανάγκες όλων των μουσείων, των βιβλιοθηκών και των αρχείων. Αντ' αυτού, ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών προτύπων και πρακτικών έχει εξελιχθεί για την τεκμηρίωση αυτών των συλλογών.

Αναμφισβήτητα, η κοινότητα των βιβλιοθηκών έχει σημειώσει τη σημαντικότερη πρόοδο προς τη υιοθέτηση των κοινών περιγραφικών πρακτικών, γεγονός που οφείλεται στη κατοχύρωση και τη διάδοση των προτύπων της οικογένειας MARC.

Το σύνολο στοιχείων των μεταδεδομένων του προτύπου Dublin Core περιορίστηκε βασικά στην ανάκτηση πληροφοριών, με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο να χαρτογραφηθούν οι πολλαπλές πλούσιες πηγές στοιχείων σε ένα πολύ απλούστερο σχήμα κατά τρόπο συνεπή, λόγω των διάφορων σημασιολογικών συμβιβασμών που πρέπει να γίνουν.

Για να αγκαλιάσουμε όμως όλα τα είδη πληροφοριών που συγκεντρώνονται σε έναν πολιτιστικό οργανισμό και να μπορέσουμε να τα περιγράψουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχουμε ολοκληρωμένη και σφαιρική τεκμηρίωση για την έρευνα θα πρέπει να καταφύγουμε σε ένα εμπλουτισμένο πρότυπο σαν το CIDOC.

Το CIDOC προσφέρει μια εναλλακτική λύση στην πρόκληση της ομοιογενοποίησης αυτών των πληροφοριών στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε επί πρόσθετα το πρόβλημα της γλώσσας.

Οπότε ίσως μια πρωτοβουλία-προσέγγιση που θα αρχίσει με την μετάφραση των προτύπων και την χαρτογράφηση των κοινών πεδίων για την τεκμηρίωση των μουσειακών αντικειμένων, της συλλογής της βιβλιοθήκης και των αρχείων, μπορεί να μας οδηγούσε πιο κοντά στη σφαιρική λύση του προβλήματος.

Around the world, there is both increasing demand and unprecedented funding available for high quality digital cultural content from trusted information providers such as museums, libraries and archives.

Unlike much of the information available on the Web, digital cultural content from so–called "memory institutions" is typically authoritative, high quality, useful for education and research and has broad appeal to a wide range of audiences. As a result, there is a big impetus to make interoperable digital cultural content available via the Internet.

However, the curatorial information managed by museums, libraries and archives tends to be somewhat heterogeneous in structure and content, although there are significant conceptual overlaps; collections and the descriptions of their contents can vary according to factors such as: Collection type, Curatorial approach, Subject discipline, Granularity of description, Level of detail of description.

Because of this diversity, no single descriptive schema has been devised that meets the needs of all museums, libraries and archives. Instead, a plethora of localized domain and application–specific standards and practices has evolved for the documentation of collections.

Across the memory institution sector, the library community has undoubtedly made the most significant progress towards the widespread adoption of shared descriptive practices, due primarily to the compelling economics of the co–operative cataloguing model: the MARC family of standards

The Dublin Core Metadata Element Set was originally intended solely for resource discovery and as a result it is very difficult to map different and multiple rich information sources in a simpler schema, because of the various semantic compromises that must be made.

In order to we embrace however all the types of information that are assembled in a cultural organism and we must describe them in such a way that we provide completed and overall documentation on the research, we must resort in the enriched model as the CIDOC.

The CIDOC offers an alternative solution in the challenge of benefit of important incorporated access in the heterogeneous information of cultural heritage.

In Greece we face, moreover the problem of language. Therefore perhaps an initiative-approach that will begin with the translation of models and the mapping of common fields for the documentation of museum objects, the library collections and the archives, can lead us more near to the spherical solution of problem.

1 comment:

Tim said...

Μερικές χρήσιμες πληροφορίες / δημοσιεύσεις που μπορούν να βοηθήσουν τους αναγνώστες να κατανοήσουν τις αντιστοιχίσεις μεταξύ των διαφορετικών προτύπων τεκμηρίωσης που χρησιμοποιούνται διεθνώς από αρχεία, βιβλιοθήκες και μουσεία:

- μια παλαιότερη μελέτη (http://cidoc.ics.forth.gr/docs/MDA%20Spectrum_CIDOC_CRM_mapping.pdf) του CIDOC CRM consortium για την αντιστοίχιση της οντολογίας CIDOC CRM με το mda SPECTRUM

- μια σύντομη μελέτη (http://cidoc.ics.forth.gr/docs/ead.pdf) του CIDOC CRM consortium για την αντιστοίχιση της οντολογίας CIDOC CRM με το Library of Congress EAD DTD (http://www.loc.gov/ead/)

- η οντολογία CIDOC CRM βασίζεται εξ ολοκλήρου (και συμμαζεύει / απλοποιεί) τα International Guidelines for Museum Object Information - CIDOC Information Categories (http://www.willpowerinfo.myby.co.uk/cidoc/guide/guide.htm).

- ένα καλό παράδειγμα εφαρμογής των EAD και CIDOC CRM σε αρχεία και βιβλιοθήκες (με περιεχόμενο πέρα από museum objects δηλαδή) είναι το MALVINE project (http://www.malvine.org/malvine/eng/catalogues.html).

- το κείμενο ορισμού (http://partners.adobe.com/asn/tech/xmp/pdf/xmpspecification.pdf) του Extensible Metadata Platform (XMP) της Adobe, το πρότυπο μεταδεδομένων που συνοδεύει τη σειρά προϊόντων Adobe Creative Suite (CS). Το XMP μπορεί να καλύψει την τεκμηρίωση της διαδικασίας ψηφιοποίησης και των ψηφιακών υποκατάστατων (σχετικός οδηγός καλών πρακτικών στη σελίδα http://www.chin.gc.ca/English/Digital_Content/Small_Museum/gettingstarted.html), ενώ δύναται να συνυπάρξει και να συμπληρώσει το CIDOC CRM.

Και μία σημείωση για το τέλος: αν και η άμεση και λειτουργική αντιστοίχιση μεταξύ των διαφορετικών προτύπων τεκμηρίωσης (ΔΙΠΑΠ, MODS, MARC, κ.ά.) με το CIDOC CRM είναι επιθυμητή από όλους μας -ιδιαίτερα δε από το CIDOC CRM consortium- ωστόσο δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί με επιτυχία. Στον ορισμό των DTDs (http://www.ics.forth.gr/CULTUREstandards/paradotea.htm) που εκδόθηκαν πρόσφατα από το Ινστιτούτο Πληροφορικής / ΙΤΕ στα πλαίσια μίας συνολικής θετικής προσπάθειας με σκοπό την εισαγωγή των ελληνικών πολιτιστικών οργανισμών στη χρήση του CIDOC CRM, έχει χρησιμοποιηθεί ανεξήγητα ελληνική ονοματολογία (ενώ θα αρκούσε η δημιουργία XSLT stylesheets για την προβολή των ονομάτων των πεδίων τεκμηρίωσης στην ελληνική, με τον ορισμό των DTDs να γίνεται στην αγγλική και χωρίς να θυσιάζεται έτσι η διαλειτουργικότητα).